Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Dry canyoning στη Μικρή Χούνη

Αυτή την Κυριακή μαζευτήκαμε στην γνωστή αφετηρία 6-7 άτομα. Ο καθένας είχε την αποψη του για το που θα πάμε. αποφασίσαμε τρεις από μας να ανεβουμε με το τελεφερικ και να κάνουμε τον γύρο της Πάρνηθας. Σκίπιζα, Άγιο Πέτρο, Μπάφι.
Εξω από το τελεφερικ συναντήσαμε τον Χρήστο Βαρελά τον παλαίμαχο του ΕΟΣ Αχαρνών και καλό γνωστη της Πάρνηθας και μας πρότεινε να πάμε από τη Μικρή Χούνη. Δεν με πολυενθουσίασε η ιδέα, γιατί ένα μεγάλο μέρος της διαδρομής περνάει μέσα από το καμένα και κάνει ακόμα πολλή ζέστη για να περπατάς στον ήλιο. Σκέφτηκα όμως ότι δεν θα ήταν άσχημα να ξεφύγουμε από τις συνηθισμένες διαδρομές και έτσι μπήκα στην ομάδα.
 Πέρασαμε κάτω από τα σύρματα του τελεφερικ, τον αμαξιτό χωματόδρομο μέχρι την αρχή του ρέματος της Μικρής Χούνης. Ένα μονοπάτι φάνηκε μπροστά μας ευκολοδιάβατο που ακολουθούσε την κοίτη του ρέματος. Η βλάστηση ήταν αρκετά πυκνή και μας κρατούσε σε σκιά.
Είχαμε αποφασίσει απο την προηγούμενη να πάμε για μπάνιο στη θάλασσα μετά το βουνό. Έτσι φορούσαμε μερικοί σορτσάκια. Εγώ φορούσα ένα βρακί γενικής χρήσης, όπως το αποκαλώ που είναι σορτς - μαγιό. Τα βάτα του μονοπατιού όμως με καλωσόρισαν χαιρέκακα και με πηραν τα αίματα με τις γρατσουνιές. Οχι τίποτα σοβαρό βέβαια, αλλά ενοχλητικό.
Η ανηφόρα μετά απο λίγο έγινε απότομη. Περνούσαμε από τη μια όχθη στην άλλη. Το μονοπάτι χανόταν κατα διαστήματα και εμείς ακολουθουσαμε την κοίτη. Σε μερικά κομάτια βγαίναμε σε κάποιες σάρες που ηθελαν προσοχή. Αλλού έπρεπε να αναρριχηθούμε σε βράχους λειασμένους από το νερό και ψιλογλυστρούσαν.
Δίναμε ένα χέρι σε όποιον δυσκολευόταν και σιγά σιγά βγήκαμε στο καμένο δάσος όπου περνούσαμε κάτω ή πάνω από πεσμένα δένδρα. Το μονοπάτι χωριζόταν σε παράλληλες διαδρομές. που χώριζε την ομάδα σε κάθε παρέα και άλλο μονοπάτι. Μερικοί είχαν φύγει μπροστά και τους χάσαμε στο δασάκι της Αγίας Τριάδας. Εγώ και η Ευθυμία είδαμε τον δρόμο πάνω απο τα κεφάλια μας και σκεφτήκαμε να κάνουμε ζαβολιά να βγούμε στο δρόμο και να πάμε τα 200 μέτρα από άσφαλτο μέχρι την Αγία Τριάδα.
 Εκεί γινόταν ένας χαμός.
Ο ΕΟΣ Αχαρνων διοργάνωνε τον 29ο Γύρο της Πάρνηθας και οδρόμος ήταν γεμάτος από δρομείς θεατές και διοργανωτες. Βρήκαμε μερικούς γνωστους χαζέψαμε λίγο ήπιαμε νερό από την πηγή και πιασαμε το μονοπάτι για το καζίνο.
Οι περισότεροι δεν είχαν μαγιο μαζί τους, οποτε βρεθήκαμε τρεις, που αποφασίσαμε να πάμε για μπάνιο στο Σέσι. Το Σέσι έχει δυο παραλίες διαλέξαμε την δεξιά ή μικρή όπως την λένε, πηραμε φόρα βουτήξαμε και το δροσερό νερό του Ευβοϊκού μας μας τύλιξε σοκάροντας μας ελαφρά. Ίσως μας φάνηκε κρύο γιατί ειχαμε παραζεσταθεί στο βουνό. Μετά από λίγο όμως χαλαρώσαμε και ήταν όνειρο.
Στη συνέχεια πηγαμε στην άλλη παραλία όπου είχαμε ραντεβού με σαρδέλες στη σχάρα, καλαμαράκια, τα σχετικά και μπύρες.
Ομολογήσαμε ότι ήταν δύσκολο να ξεκολλήσουμε και να πάμε στα σπίτια μας.
Υπέροχη μέρα

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

Πάρνηθα. Το Γελαστό βουνό

Όλη τη βδομάδα τρέχω μέσα στην Αθήνα να δω τους πελάτες μου να νταραβεριστώ με υπηρεσίες, τράπεζες και ανθρώπους. Παντού βρίσκω το αχ και βαχ. Θα πεις με αυτή την κρίση τι περιμένεις να βρεις. Κατήφεια και ψυχισμό κουρέλια.
Εγώ πάντως και πολλοί άλλοι βρήκαμε το φάρμακο μας. Βόλτα στο βουνό.
Η Αθήνα έχει τα όμορφα βουνα της που την τριγυρίζουν και η πρόσβαση είναι εύκολη. Η Πάρνηθα, το Γελαστό βουνό μεταδίδει το γέλιο της στα πρόσωπα των αναβατών, που  στην ανηφόρα της εκπνέουν λυτρωτικά τα άγχη και τις σκοτούρες τους.
Το βουνό δεν το κάνουν γελαστό μόνο τα έλατα του, τα ελάφια του και ο αέρας του. Το κάνουν και οι χαρούμενες φάτσες των ανθρώπων  της που το γεμίζουμε μια - δυο μέρες την βδομάδα και μετα το αφηνουμε στην ησυχία του.
Αυτή την Κυριακή οργανώθηκε μια έξτρα ανάβαση από το Facebook από τον Γιώργο Σπυράκη και τον ΕΟΣ Αχαρνών, πέρα από το κανονικό των 9  κάθε Κυριακής.
Η συγκέντρωση έγινε στις 10 το πρωί.
Για Σεπτέμβρη είναι αργά γιατί η ζέστη έχει αρχίσει να δαγκώνει. Δεν χαμπαριάζουμε βεβαια εμείς από τέτοιες λεπτομέρειες και έτσι μαζευτήκαμε 65 άτομα και ένας σκύλος, ο Άρης.
Άνθρωποι όλων των ηλικιών, όλων των σωματότυπων.
Πήραμε το μονοπάτι της Χούνης στην αρχή και περάσαμε στους Θρακομακεδόνες. Το μονοπάτι που πάει κατευθείαν στο Φλαμπούρι. Είχε πέσει η ιδεα την προηγούμενη μέρα να πάμε από την Κόψη, αλλά τελικά δεν θα ήταν καλή επιλογή, γιατί η παντελής έλλειψη δένδρων (ίσκιου) θα έκανε την ανάβαση δύσκολη. Έτσι πήραμε το κανονικό μονοπάτι που η βλάστηση στα χαμηλά έκανε ένα τουνελ που παρείχε τον απαραίτητο ίσκιο.
Το καλό και το κακό όταν υπάρχουν πολλά άτομα σε ένα στενό μονοπάτι, είναι οτι χάνεις τους φίλους σου, αλλά φτιάχνεις νέους. Το μπλα μπλα πάει κι έρχεται. Μερικοί νέοι, που ήταν οι πρώτη τους φορά με ρωτούσαν συχνά πόσο μακριά ειναι ακόμα το καταφύγιο. Τους εξήγησα ότι στις αναβάσεις ισχύει η αρχή του "σκάσε και περπάτα". Αν σκεπτεσαι ποτε θα φτάσεις γινεται ενοχλητικό και κουραστικό.
Τους είπα οτι έχουμε άλλη μια ώρα δρόμο ακόμα, τους κακοφάνηκε, αλλά μόλις ξεπρόβαλε το καταφύγιο στα δέκα λεπτά, ήταν μια ευχάριστη έκπληξη. Μόλις έφτασα βρήκα μερικούς φίλους που είχαν φτάσει πρώτοι, στρωμένους στο τραπέζι  με χορτόπιτες μπύρες, ξηρούς καρπούς και φρούτα, είχαν στήσει γυμναστήριο κοιλιακών. Έκατσα μαζί τους, ήρθε κι άλλος γύρος από μπύρες, μόνο τα κλαρίνα μας έλειπαν να γίνει το πανηγύρι κομπλέ. Μετά από αρκετή ώρα έγινε η σύναξη για επιστροφή.
Η απόφαση των διοργανωτών ήταν κατάβαση του φαραγγιού της Χούνης.
Αλλά... Σας είπα φιλαράκια μη με ταΐζετε και με ποτίζετε εκει πάνω γιατί δεν είμαι για φαράγγια μετά.
Ανακοίνωσα ότι θα πάω στο Καζίνο να πάρω το τελεφερικ να κατέβω, μαζευτηκαν μια ομάδα που με ακολούθησαν, όσοι είχαν βαρύ στομάχι, τραυματίες ή απλα βαριόνταν. Κατηφορίσαμε το μονοπάτι για Χούνη αρχικά, αλλά πιάσαμε το μονοπάτι μέσω Γούρνας για το Καζίνο.
Περπατήσαμε με αργό ρυθμό φτάσαμε στο τελεφερικ και αφού κατεβήκαμε τρέξαμε στο Μενίδι για την γνωριμη ψησταριά να συμπληρώσουμε το κενό που είχε αρχήσει να δημιουργείται ήδη. Μετά από περπάτημα μεσα σε μια ζεστή μέρα, η μπύρα είναι μια από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις του ανθρώπου.
Καλή βδομάδα!

Η διαδρομή (αυτή που έκανε μια ομάδα στο γυρισμό) όπως καταγράφηκε με GPS από τον Νίκο Ξένο 

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

Καλό φθινόπωρο!

Ξαναγύρισα στην Αθήνα. Ώρα να στρωθούμε στη δουλειά. Δύσκολοι καιροί και πρέπει να μαζευτούμε. Το περπάτημα είναι μια απλή και για μένα φθηνή διασκέδαση. Δεν λέω ωραίες οι θάλασσες και τα ακρογιάλια, αλλα πεθυμισα και το θρόϊσμα του αέρα στα κλαδιά των ελάτων. Βέβαια δεν έχει έλατα στην Ομόνοια, αλλά έχει λίγο πιο πέρα.
Με τη πρώτη επαφή, όμως με τους φίλους πεζοπόρους αντί να με τραβήξουν στο βουνό με τράβηξαν στην παραλία της Βούλας, όπου άλλοι φίλοι από τον ΕΟΣ Αχαρνών, ο Γιώργος Σπυράκης και Γιάννης Αποστόλου οργάνωσαν πάρτυ μέσα στην όμορφη νύχτα με μπουνατσα θάλασσα και δροσερό αεράκι.
Φορούσα το μαγιώ μου, αλλά ξεκίνησα νωρίς τις μπύρες και η θάλασσα δεν με ενέπνευσε να μπω στην αγκαλιά της. Άλλωστε ο Σπυράκης με την μουσική του μας έβαλε σε άλλη διάσταση. Μας έριξε και μερικά latinas (las mejores canciones cubanas) και μας έστειλε ταξίδι.
Μετά τα μεσάνυχτα και αφού ο χορός είχε ανάψει αποφάσισα να φύγω, γιατί ειχα αποφασίσει να περπατήσω στην Πάρνηθα (τα ελατάκια μου βλέπετε) και να μπορώ να πάρω τα πόδια μου.
Εννιά το πρωί ήμουν στο τελεφερικ. Οι επιλογές; Η εξής μία. Να πάω με το γκρουπ των αρχαρίων και τον κύριο Γιώργο.
Ο κύριος Γιώργος είναι ο ειδικός γι' αυτούς που έρχονται για πρώτη φορά για πεζοπορία. Θα τους κανακέψει, θα τους προσέξει μη γρατσουνιστούν και τρομάξουν, θα τους μιλήσει για τα ρομαντικά μονοπάτια, τις ρομαντικές πετρούλες και τα ρομαντικά δένδρα.
Για μας τους "παλιούς" είναι μια ευκαιρία να κάνουμε ένα ξεμούδιασμα μετά από ενα μακρύ καλοκαίρι (τουλάχιστον για μένα).
Περπατήσαμε από το καζίνο στο Μπάφι ήπιαμε το καφεδακι μας, οι κοπελίτσες οι καινούργιες αποφάσισαν να γυρίσουν πίσω και οι υπόλοιποι συνεχισαμε για Κορομηλιά και από κει στο Φλαμπούρι, όπου υποκύψαμε στην κραιπάλη και πήραμε ένα μπιμπερό τσίπουρο (για όσους δεν ξέρουν το τσίπουρο στο καταφύγιο του Φλαμπουριού το σερβίρουν σε μπιμπερό). Δεν είναι και τόσο καλή ιδέα αν πρέπει να περπατήσεις μετα και να κατέβεις το φαράγγι της Χούνης όπως κάναμε εμείς, αλλά η ζωή έχει και τις ταλαιπωρίες της. Κάτι που πρέπει να αποφεύγουμε στο μονοπάτι είναι το πολυ γέλιο. Ακούτε συνοδοιπόροι; Η ταλαιπωρία συνεχίστηκε και μετά, που αποφασίσαμε να πάμε για μπάνιο στον Μαραθώνα με κατάληξη στο κάτω Σούλι στην ταβέρνα, αλλα είπαμε "παλιοζωή".
Σ' αυτό τον ορυμαγδό που γίνεται γύρω μας πρέπει να βρίσκουμε διεξόδους και να περνάμε καλά. Η Ελλάδα παρ' όλη την προσπάθεια μερικών Ελλήνων να την ασχημήνουν παραμένει όμορφη και σου δίνει την δυνατότητα να έχεις βουνό και θάλασσα την ίδια μέρα.
Καλό φθινόπωρο λοιπόν, ευωδιαστά μονοπάτια και εμπρός για τις κορφές.

Τρίτη 22 Μαΐου 2012

Ταΰγετος. Ανάβαση με τον Ε.Ο.Σ. Πάτρας

Εδώ και μερικές μέρες μετακόμισα στην Πάτρα.
Πρώτη μου ενέργεια για εξωεπαγγελματικές δραστηριότητες ήταν να έλθω σε επαφή με τον ορειβατικό σύλλογο. Καιρός να γνωρίσω τον τόπο μου. Όταν οι Αθηναϊκοί σύλλογοι είχαν εξόρμηση στα βουνά γύρω από την Πάτρα δεν πήγαινα, γιατί θα τα είχα σαν ψωμοτύρι όταν θα ερχόμουν. Την προ προηγούμενη Κυριακή το πρόγραμμα είχε Ερύμανθο, αλλά αναβλήθηκε λόγω κακοκαιρίας. Την περασμένη είχε Ταΰγετο. Δεν έχασα την ευκαιρία. Μπήκα στην ομάδα.
Στην ομάδα ήταν άλλοι 2 που έρχονταν πρώτη φορά με τον ΕΟΣ Πάτρας. Οι παλιοί, ευχάριστοι άνθρωποι μας δέχτηκαν με θέρμη και φιλικότητα και γίναμε πολύ εύκολα μέλη της παρέας.
Ένα πουλμανάκι 18 θέσεων μας μας φόρτωσε και ξεχύθηκε στην "Εθνική" προς Κόρινθο. Από κει με μια στάση στο Αρτεμίσιο βρεθήκαμε στην Σπάρτη. Καφεδάκι στην πλατεία και μετά το πουλμανάκι μας ανέβασε στην Πηγή Μαγγανιάρη στα 1000 μέτρα υψόμετρο. Ένα μέρος με υποδομή για πικνικ, ψησταριά και βρύσες με κρυστάλλινο νερό.
Εφοδιαστήκαμε νεράκι φορτωθήκαμε τα σακίδια, λίγο βαριά, γιατί είχαμε εφόδια σε τροφή δύο ημερών συν διάφορα αντι λιγουρικά, αντι υπογλυκαιμικά (δικαιολογίες που ακούστηκαν για καραμέλες, λουκουμάκια, παστελάκια), αλλαξιές ρούχα, υπνόσακο κλπ. και ανηφορίσαμε μέσα από ένα μεγαλειώδες δάσος ελάτων.
Το μονοπάτι είχε τις άριστες προδιαγραφές των μονοπατιών της Λακωνίας, όπως και του Πάρνωνα. Καθαρισμένα, σημαδεμένα, τέλεια. Αν ο ΕΟΣ Σπάρτης είναι υπεύθυνος γι' αυτό τους αξίζει το μπράβο.
Στην καρδιά του Μάη η ζέστη ήταν αισθητή παρόλο το υψόμετρο. Ο ιδρώτας έτρεχε, το νερό ήταν ότι πολυτιμότερο είχαμε και το καταναλώναμε. Στο μονοπάτι όμως συναντούσαμε βρύσες με άφθονο νερό και δεν μας έλειψε. Σε 2 ώρες φθάσαμε στο καταφύγιο στα 1600 μ. Το καταφύγιο δεν έχει πόσιμο νερό γι' αυτό εφοδιαστήκαμε για το υπόλοιπο της ημέρας και το βράδυ από την πηγή Βαρβάρα 200 μ πριν φτάσουμε.
Το καταφύγιο έχει τα βασικά ενός καταφυγίου. Κουκέτες, κουβέρτες, σαγιονάρες. Δύο σόμπες. Η μια κηροζίνης που έμεινε από καύσιμα όμως μετά από μισή ώρα. Η άλλη έμοιαζε με ξυλόσομπα και μερικοί μάζεψαν ξύλα να την γεμίσουμε. Φέγγοντας με τον φακό το εσωτερικό της διαπίστωσα ότι ήταν πετρελαίου και έτσι γλύτωσε τον υποβιβασμό της σε ξυλόσομπα. Δεν έκανε πολύ κρύο, αλλά χρειαζόταν λίγη θέρμανση να σπάσει λίγο η βραδινή ψύχρα. Πήρα μια πλαστική καρέκλα και κάθισα στο καταπληκτικό μπαλκόνι. Όλη η Λακωνία στα πόδια μου Από το ακρωτήριο Μαλέας τον Λακωνικό κόλπο ως τις παρυφές της Σπάρτης.
Πιάσανε και οι άλλοι από μια θέση, είπαμε διάφορα και απολαύσαμε το δειλινό. Σε λίγο καθίσαμε στην τραπεζαρία που υπάρχει στον υπνοθάλαμο, βγάλαμε τα φαγητά μας, βγήκαν τσίπουρα, κρασιά, και διάφορα μεζεδάκια και η ζεστασιά της παρέας ακύρωσε την έλλειψη σόμπας. Ανέβηκε και το κέφι, αρχίσανε και τα τραγουδάκια, τα ανεκδοτάκια μέχρι που διαπιστώσαμε ότι η ώρα πήγε 11 και όλα τα παιδάκια πηγαμε στα κρεβάτια μας. Την νύχτα ξύπνησα για λόγους πεζούς που δεν σας ενδιαφέρουν και βγήκα έξω. Η νύχτα ήταν αφέγγαρη αλλά ο Ουρανός ήταν στις ομορφιές του. Η ατμόσφαιρα ήταν τόσο καθαρή, έβλεπες αστέρια που σπάνια τα βλέπεις με γυμνό μάτι. Κάτω η Λακωνία πλουμισμένη με τα φώτα της ανταγωνιζόταν τον έναστρο ουρανό. Κάθισα στα σκαλοπάτια του καταφυγίου θαυμάζοντας αυτό το μεγαλείο. Στο μυαλό μου ήρθαν άνθρωποι που ύμνησαν τον Ταΰγετο όπως ο Νικηφόρος Βρεττάκος και ο Λιαντίνης που τον διάλεξε σαν την πύλη εξόδου από τον κόσμο μας.
Σηκώθηκα από τα σκαλοπάτια, χρησιμοποίησα τον φακό να περάσω μέσα από κάποια τεράστια δένδρα και βρέθηκα στο λιβαδι πάνω από το καταφύγιο. έσβησα το φακό, στεκόμουν όρθιος με το δάσος να βγάζει που και που απίθανους ήχους μέσα σε μια απόλυτη ησυχία. Ήμουν με τις σαγιονάρες, πάτησα σε μια λακούβα και η μια βγήκε, το χορτάρι ήταν μούσκεμα. Το πάτησα  και λες και με ράντισε με αγιασμό το αποδέχτηκα σαν ευλογία.
Έμεινα για λιγο ακόμα και γύρισα στο κρεβάτι μου.
Το πρωί άρχισαν να χτυπάνε ξυπνητήρια, κινητά και κανένας δεν κουνιόταν.
Σηκώθηκα βρήκα καφέ στη κουζίνα, είχε και μια νοτισμένη ζάχαρη, γιατί καποιοι χρησιμοποιούν το βρεγμένο κουταλάκι ή χειρότερα βρεγμένο με καφέ και η ζάχαρη γίνεται χάλια.
Πήρα μια καρέκλα τα παστελάκια μου και πρώτο τραπέζι πίστα στο μπαλκόνι. Κάτω στην πεδιάδα μια αχνή ομίχλη σκέπαζε την φύση που έπαιρνε ζωή. Ο ουρανός στην ανατολή πήρε ένα τριανταφυλλί χρώμα και σε λίγο νά σου και ο ήλιος. Έριχνε μια ελαφριά ζεστασιά που ζέσταινε περισσότερο την ψυχή παρά το σώμα.
Άρχισαν να βγαίνουν σιγά σιγά και οι άλλοι ορειβάτες, πέσαν οι συνηθισμένες καλημέρες και έπιασαν όλοι από μια θέση απολαμβάνοντας το πρωινό.
Ετοιμαστήκαμε, πήγαμε στην πηγή Βαρβάρα να φουλάρουμε από νερό και μπήκαμε στο μονοπάτι για την ανάβαση στην κορυφή.
Μετά από λίγα λεπτά αφήνοντας το δάσος από έλατα και υπεραιωνόβιες ρομπόλες, βγήκαμε στην αλπική ζώνη. Η βλάστηση εδώ αποτελείται από κοντό χορτάρι και διάφορα βότανα. Τσάι του βουνού, κρόκοι ανθισμένοι, άλλα άγνωστα φυτά.
Το μονοπάτι είχε αρκετή κλίση και σε αρκετά μέρη διακοπτόταν από χιονούρες που έπρεπε να τις περάσουμε. Η ανάβαση αν και απότομη ήταν απολαυστική. Η καθαρή ατμόσφαιρα, η τέλεια θερμοκρασία, η θέα που έφτανε μέχρι την Κρήτη έκαναν να ξεχνιέται η κούραση. Φτάσαμε στην θέση Πόρτες, όπου ηταν στο διάσελο και μόλις την πέρναγες εμφανιζόταν η περιοχή με τις άλλες κορυφές και ένα κομμάτι του Μεσσηνιακού κόλπου. Καθίσαμε να ξεκουραστούμε μια και τώρα μας έμενε η Πυραμίδα που η κορυφή της είναι και κορυφή όλης της Πελοποννήσου. Βγήκαν πάλι κάτι λουκουμάκια ήπιαμε λίγο νερό και βουρ για πάνω. Παρόλο που περάσαμε μια μικρή χιονούρα η ανάβαση ήταν γρήγορη. Εφτασα νομίζω πρώτος στην κορυφή και βρέθηκα σε ετοιμόρροπα κτίσματα, από τα οποία το ένα ήταν το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία καμπριολέ. δηλαδή δεν είχε σκεπή.
Η θέα εδώ ήταν καταπληκτική. Τα βουνά του Ταινάρου προς τον Νότο, άγρια και απόκρυμνα. Στα ανατολικά σύννεφα είχαν ρίξει κουρτίνα και δεν έβλεπες τίποτα. Δυτικά όμως έβλεπες τον Μεσσηνιακό κόλπο και τα χωριά του.
Συνήθως στις κορυφές σπάνια καθόμαστε πολύ, γιατί ή φυσάει πολύ ή το κρύο είναι ανυπόφορο.
Εδώ όμως η παραμονή ήταν απόλαυση. Έξω από το εκκλησάκι είχε κάποια χαμηλά κτίσματα, δεν το έπιανε ο αέρας καθίσαμε, κουβεντούλα, φωτογραφίες και κολατσιό.
Πέρασε μια ώρα και πήραμε τον  δρόμο της επιστροφής. Η κατηφόρα μας έφερε γρήγορα στο καταφύγιο πήραμε κάποια πράγματα μη αναγκαία στην ανάβαση, που τα αφήσαμε εκεί και συνεχίσαμε για την πηγή Μαγγανιάρη, όπου μας περίμενε το αυτοκίνητο. Άλλη μια στάση στη Σπάρτη και γυρισμός στην Πάτρα.
Τώρα είμαι σε αναμονή για την επόμενη εξόρμηση.











Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Κοτύλαια όρη, Κύμη, Εύβοια

Το κάλεσμα τ'Απρίλη με φώναξε να τον χαρώ έξω από την πόλη και τα συνηθισμένα της.
Στις 8 το πρωί της Κυριακής βρέθηκα στο Μενίδι να καλημερίζω τους γνωστούς και αγνώστους συνεπιβάτες του πούλμαν του ΕΟΣ Αχαρνών για την Εύβοια.
Ανταλλάξαμε τις προβλέψεις για τον καιρό και φύγαμε να πιάσουμε την Άνοιξη. Κάναμε μια στάση στο δρόμο για νερά και προμήθειες, περάσαμε από την Χαλκίδα και πήραμε τον δρόμο για την Νότια Εύβοια.
Η φύση είχε απλώσει τα πράσινα χαλιά της που τα στόλιζαν σαν κεντήματα οι κουτσουπιές με τα μοβ τους, και οι λαψάνες με τα κίτρινα.
Οι περισσότεροι είμαστε ζαβλακωμένοι, άλλοι από ξενύχτια, άλλοι ειχαν φορτώσει το στομάχι την προηγούμενη με ξίδια και διάφορα ανθυγιεινά, πέσαμε και σε κάτι στροφές μετά την Ερέτρια, οπότε λίγοι πρόσεχαν την φύση. Κάπου κοντά στο Αλιβέρι περάσαμε δίπλα από τη θάλασσα, η θέα του κρυστάλλινου νερού της μας άνοιξε την όρεξη για μπανάκι, πολλοί είχαμε πάρει μαγιό μαζί μας δεν θέλαμε και παρακάλια να πέσουμε, το πρόγραμμα όμως μας πίεζε χρονικά, (ειχαμε ήδη αργήσει, έτσι αφήνοντας την θάλασσα πίσω μας ανηφορίσαμε τα βουνά για το χωριό Ανδρονιάνοι. Όμορφο χωριό με πετρόκτιστα παραδοσιακά σπίτια και στολισμένο με όλων των ειδών ανθισμένα δένδρα.
Φορτωθήκαμε τα σακίδιά ήρθε ο Αστέρης ο οδηγός μας στο βουνό και περνώντας μέσα από το χωριό, πιάσαμε ένα αμαξιτό χωματόδρομο που σκαρφάλωνε στην πλαγιά. Φτάσαμε σε ένα ύψωμα, με το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, απ' όπου η ματιά αγκάλιαζε μια ανοιξιάτικη φύση σε οργασμό. Σπάνια να βρεις μέρος με τόση ποικιλία ανθισμένων φυτών. Ένα μωσαϊκό από ρείκια, κουτσουπιές, αχλαδιές, πασχαλιές, μια θάλασσα λουλουδιών. Τα αρώματα διαδέχονταν το ένα το άλλο. Ακόμα και τα μη ανθισμένα σε ξάφνιαζαν με τα αρώματα τους, όπως η ρίγανη και τα μάραθα.
Μετά τον χωματόδρομο μπήκαμε στο παλιό μονοπάτι, απ'αυτά που οι παλιοί τα έλεγαν δημοσιά. Κάποτε πριν γίνουν οι αυτοκινητόδρομοι ήταν οι δημόσιοι δρόμοι, στρωμένοι με πέτρα (καλντερίμια) που εξυπηρετούσαν την συγκοινωνία με ζώα. Πολλά κομμάτια του δρόμου βρίσκονται σε άριστη κατάσταση. Αυτά θα έπρεπε να τα προστατέψουμε, είναι μια άλλη εμπειρία να τα περπατάς, φεύγεις από την εποχή σου στο παρελθόν.
Η πλαγιά είχε όμορφη, αλλά χαμηλή βλάστηση, η θερμοκρασία του Απρίλη γινόταν αισθητή, άρχισαν τα αγκομαχητά από τους τελευταίους, η ανάβαση γινόταν με πολύ αργό ρυθμό. Φτάσαμε σε μια συστάδα ελάτων όπου το κλίμα έγινε δροσερό και κάναμε διάλειμμα περιμένοντας τους αργοπορημένους.
Από κει άλλη μια ανηφόρα και φτάσαμε στο άλλοτε ορυχείο του Σκαλιστήρη. Τώρα μια βαθιά μαχαιριά στην πλάτη του βουνού.
Η θέα προς τα πίσω είναι καταπληκτική. Η περιοχή έχει πολλά χωριά το ένα κοντά στο άλλο. Από το βουνό τα βλέπεις σαν πινελιές μέσα στο πράσινο. Εδώ ήταν και το τέλος της μεγάλης ανάβασης. Συνεχίσαμε μέσα σε ένα πανέμορφο ελατοδάσος με νησίδες άλιωτου χιονιού. Έβαλα λίγο καθαρό χιόνι στο νερό μου που είχε γίνει ζεστό για να φτιάξεις τσάι. Συνήθως τα περισσότερα βουνά αποτελούνται από ένα κύριο όγκο, το όνομα Κοτύλαια όρη σημαίνει πολλά βουνά σε σχήμα κότυλου (αβαθές πήλινο ποτήρι - σκύφος). Το μονοπάτι περνώντας ανάμεσα τους σου έδινε την εντύπωση ενός παραμυθένιου τόπου. Η κοκκινοσκουφίτσα και ο κακός λύκος έλειπαν (χμ! αλήθεια έλειπαν;)
Σε μια ρεματιά με αιωνόβια πλατάνια και τρεχούμενα νερά στην τοποθεσία Εφταός πιάσαμε τον ίσκιο και βγάλαμε τα φαγώσιμα μας. Η Μαρία με το υπέροχο κέικ της με έκανε να παραφερθώ. Σηκωθήκαμε χορτασμένοι (δεν ξερω για τους άλλους, εγώ σίγουρα) και περπατήσαμε ένα χωματόδρομο μέχρι ένα πανέμορφο μέρος την Βρωμονέρα. Το όνομα δεν μπορείς να το χαρακτηρίσεις πετυχημένο γι' αυτό το ονειρικό τοπίο. Είναι μια πράσινη κοιλάδα ανάμεσα σε βουνά με μαύρο κεφαλληνιακό έλατο. Κάναμε κι εκεί μια στάση, βγαλαμε φωτογραφίες και περιμέναμε τους καθυστερημένους.
Ένας λίγο ανηφορικός δρόμος μας έβγαλε στο εκκλησάκι του Αγίου Κωνσταντίνου, ένα γραφικό μέρος με υποδομή για πικ νικ. Βγαίνοντας από το πλάτωμα ανηφορίσαμε ένα πολυ πετρώδες βουνό με πολλές σάρες το οποίο έπρεπε να κατεβούμε για να φτάσουμε κάτω σε ένα δρόμο, όπου περίμενε το πούλμαν.
Αν συνεχίζαμε τον αμαξιτό δρόμο θα έπρεπε να κάνουμε ένα μεγάλο γύρο. Ήδη είχαμε αργήσει και βλέποντας το πούλμαν χαμηλά στο βουνό αποφασίσαμε μερικοί να κόψουμε δρόμο κατεβαίνοντας το βουνό χωρίς να υπάρχει μονοπάτι. Η κλίση ήταν μεγάλη και η βλάστηση γινόταν αδιαπέραστη. Μπλέξαμε σε ένα λαβύρινθο από θάμνους, δένδρα, βράχους, ώσπου πιάσαμε μια ρεματιά όχι χωρίς πισωγυρίσματα που μας έβγαλε στο δρόμο.
Ο Αστέρης ο αρχηγός πήρε τηλέφωνο κάποιον απο τους Ανδρονιάνους που ήρθε με το φορτηγάκι και φόρτωσε τους αργοπορημένους, γιατί θα μας έπιανε νύχτα.
Πάντως έγινε κακή εκτίμηση του χρόνου γιατί η πρόβλεψη ήταν 4-5 ώρες, αλλά τις κάναμε 8! Θα πρέπει αυτοί  που στην αρχή καθυστερούν υπερβολικά να μη συνεχίζουν γιατί και αυτοί ταλαιπωρούνται, αλλά και οι άλλοι που κάθε τόσο σταματούν να τους περιμένουν

Φτάσαμε με το σούρουπο στους Ανδρονιάνους, είχαμε παραγγείλει το φαΐ μας από το τηλέφωνο, οπότε δεν καθυστερήσαμε στην ταβέρνα.
Δεν χρειάζονται λεπτομέρειες για τα περαιτέρω, το ότι είμαστε κουρασμένοι και πεινασμένοι (το κέικ το είχα κάψει) έκανε το τραπέζι το απόλυτο φινάλε. Στην υγειά σας!

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Πάρνηθα. Άγιος Γεώργιος, Σπήλαιο Πανός

Πάντα ονειρευόμαστε μακρινά ταξίδια και απάτητα βουνά. Δεν έχουμε όμως το χρόνο ή ελέω κρίσης και το "μαλλί" να πάμε.
Η Πάρνηθα όμως είναι δίπλα μας αν και τραυματισμένη με τα βαριά εγκαύματα της, έτοιμη να μας δεχθεί φιλόξενα στην όση της έμεινε πράσινη αγκαλιά της.
Ο Γιώργος Σπυράκης, και ο Γιάννης Αποστόλου του ΕΟΣ Αχαρνών, έβαλαν τη φιτιλιά στο facebook και μαζευτήκαμε 42 ενήλικες, 2 παιδιά και μια σκύλα (η Ζωζώ μου).
Πήραμε το μονοπάτι δυτικά του δρόμου που ανεβαίνει στην Πάρνηθα για Άγιο Γεώργιο και μπήκαμε σε ένα πράσινο τούνελ που  αφού περάσει μια ρεματιά ανεβαίνει την πλαγιά μεσα από πυκνό δάσος πεύκων, με διάσπαρτες κουμαριές και κέδρους.
Φτάσαμε στον δασικό δρόμο, ανασυνταχθήκαμε, οι λιγούρηδες τσιμπίσαμε κατι τις μη μας πέσουν τα "ζάχαρα" και πήραμε τις πρώτες φωτογραφίες. Εκτός από τις παλιές καραβάνες είχαμε και αρκετούς αρχάριους, γι αυτό είχαμε έναν αργό ρυθμό περιπάτου.
Ξαναμπήκαμε σε ένα δάσος πανύψηλων πεύκων που την διέκοψε ξαφνικά η ζώνη του καμμένου.
Το συνηθισμένο σκηνικό των γκρίζων δένδρων φαντασμάτων.
Στο εκκλησάκι του Αη Γιώργη κάναμε ένα μεγάλο διάλειμμα πιάσαμε νερό από την βρύση και συνεχίσαμε το μονοπάτι μέχρι τον αυχένα του βουνού απ' όπου κατηφορίσαμε την πλαγιά πάνω από το φαράγγι.
Στα 50 μέτρα πάνω από την κοίτη δεν υπήρχε μονοπάτι και έπρεπε να καταρριχηθούμε ως το στόμιο της σπηλιάς του Πανός. Μερικοί δεν το επιχείρησαν και έμειναν εκεί.
Η είσοδος του είχε 5-6 μέτρα ύψος και μια μικρή λιμνούλα βρισκόταν αμέσως μετά. Κάποιοι είχαν βάλει πέτρες μέσα στο νερό για πατήματα, έτσι περνούσες άνετα στην πρώτη μεγάλη αίθουσα που στο βάθος κατέληγε σε ένα είδους πατάρι. Πολλοί είχαμε φακούς κεφαλής, αλλά δεν πήγαμε πιο βαθιά, γιατί πρέπει να περάσεις από μια μικρή λασπωμένη τρύπα για να μπείς.
Μετά απο ένα καλό γλίστρημα βγήκα στο φως της ημέρας.
Κάναμε  μια βόλτα ως το ποτάμι όπου το νερό βούιζε και μέσα από αφρισμένους καταρράκτες έβρισκε το δρόμο του μέσα σε ένα πανέμορφο φαράγγι με πανύψηλους τοίχους.
Αναρριχηθήκαμε πάλι τον βράχο που είχε συρματόσχοινα μόνιμα πακτωμένα και από εκεί πήραμε τον δρόμο της επιστροφής από τα ίδια μέρη.

Κοντά στο τέλος της διαδρομής η σκύλα μου η Ζωζώ με έχασε και νομίζοντας ότι ήμουν μπροστά έφτασε τρέχοντας μέχρι το Μενίδι όπου βρέθηκε δυο ώρες αργότερα.
Κατά τα άλλα αν δεν χάσουμε το σκυλί μας είναι μια υπέροχη διαδρομή, δίπλα στο σπίτι μας.

Ευχαριστώ την Αλέκα που βρήκε την Ζωζώ και τον Νίκο Μακρή που βοήθησε.

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

Ανάβαση στον Κλωκό. Αίγιο

Μεγάλωσα στην Πάτρα. Οι αναμνήσεις μου σαν παιδί από την ύπαιθρο της Αχαϊας είναι γεμάτες εικόνες, γεύσεις, μυρωδιές και ήχους που τις έχει τυλίξει η ομίχλη των χρόνων που πέρασαν. Όταν πηγαίνω στα χωριά της τώρα προσπαθώ να ανακάλέσω αυτές τις εικόνες και να συγκρίνω του ήχους εκείνης της εποχής. Το πούλμαν του ΕΟΣ Αχαρνών έφτασε στην Φτέρη Αιγίου στις 11 το πρωί  μετά το σλάλομ μέσα από το μπάχαλο που λέγεται εθνική Κορίνθου Πατρών.
Βρέθηκα στην βρύση του χωριού και μου ξανάρθε η εικόνα που τότε στα χωριά που δεν υπήρχαν ψυγεία έβαζαν σε μια γούρνα δίπλα στην βρύση τα αναψυκτικά, τις μπύρες και τα καρπούζια να παγώσουν. Θυμάμαι τα χρώματα από τις πορτοκαλάδες και λεμονάδες Λούξ που έδιναν κάτι το εξωτικό και παραδείσιο στα παιδικά μου μάτια. Στα αυτιά μου αντηχούν, όπως γινόταν τότε στα πανηγύρια, που αντηχούσαν στις πλαγιές τα κλαρίνα και τα δημοτικά σουξε της εποχής σαν το "μουρμούρα μου μουρμούρα μου"
Το χιόνι βρισκόταν σε κατάσταση λιωσίματος και παντού υπήρχαν ρυάκια - που γέμιζαν ορμητικά ποτάμια.
Η παγωμένη ατμόσφαιρα έφτανε στα πνευμόνια σαν να είχε έξτρα οξυγόνο και μου οξύδωνε την ύπαρξη φτιάχνοντας την διάθεση.
Μόλις κατεβήκαμε από το πούλμαν αρχίσαμε τις προετοιμασίες, αποφασίσαμε τι θα φορέσουμε για την ανηφόρα, εγώ κλασικά με το κοντομάνικο, γιατί ήξερα οτι ακόμα και με αυτό θα ίδρωνα, έχυσα το εμφιαλωμένο νερό που πήρα από τον Ισθμό (ξέχασα να πάρω παγούρι) και γέμισα το μπουκάλι φρέσκο της βρύσης.
Μια κυρία από την ταβέρνα μας έκανε άνω κάτω πρωί πρωί. μας ανήγγειλε το μενού. Γίδα βραστή, κατσικάκι λαδορίγανη, τράγος ασπρογιάχνι. Δεν είναι να ακούς τέτοια πράματα 11 η ώρα το πρωί. Κινδυνεύεις να μή ξεκινήσεις την ανάβαση.
Τέλος πάντων κάναμε πέτρα την καρδιά και το στομάχι και ανηφορίσαμε την πλαγιά πάνω από το χωριό.
Μέσα στο χωριό και λίγο πιο πάνω, το χιόνι σε μεγάλες επιφάνειες είχε λιώσει και άφηνε κομάτια γής που από το πάτημα μας, γινόταν λάσπη.
Φτάσαμε σε ένα ξενοδοχείο που κάποτε ήταν και σανατόριο και είχε φιλοξενήσει, διάσημους κάποιας άλλης εποχής και τώρα βρισκόταν μισοερειπωμένο και σου έδινε την εντύπωση ενός ανελκυσθέντος Τιτανικού.
Απο κει είχε μια πολύ ωραία θέα στον κάμπο του Αιγίου και τον Κορινθιακό.
Το 2007 είχαν ξεσπάσει κι εδώ μεγάλες πυρκαγιές και τα απομεινάρια των δένδρων είχαν μεταμορφωθεί σε γκρίζα φαντάσματα. Αυτό το σκηνικό της καμμένης γης έχει γίνει κοινός τόπος τελευταία. Φαντάζομαι πως θα ήταν η περιοχή πριν τις φωτιές.
Η ανηφόρα είχε μεγάλη κλίση και καταναλώναμε τα μέτρα κάτω από τα πόδια μας με δυσκολία. Πρέπει όμως να έιμασταν όλοι γυμνασμένοι ή η λαμπερή ανοιξιάτικη μέρα μας έκανε ορεξάτους και μας τράβαγε όλο και πιο ψηλά προς τον ήλιο.
Το χιόνι πιο ψηλά ήταν αγνό, απάτητο, οι πορφυροί καρποί από τις αγριοτριανταφυλλιές ξεχώριζαν λαμποκοπώντας στο απόλυτο λευκό.
Φτάσαμε σε ένα αυχένα του βουνού που το χιόνι ήταν πολύ, περπατούσαμε με δυσκολία γιατί βουλιάζαμε. Η κορυφή φαινόταν κοντά, έτσι βάλαμε τα δυνατά μας.
Κάτι που παθαίνουμε συχνά στα βουνά είναι ότι φαίνεται το τέρμα της πλαγιάς που ανεβαίνεις να είναι η κορυφή, μα όταν βρεθείς εκεί βλέπεις ότι υπάρχει άλλο ένα βουνό που αυτό έχει την κορυφή και πρέπει να το ανέβεις.
Βέβαια τώρα το έχουμε συνηθίσει και αυτό, οπότε μουρμουρίζουμε διάφορα, το ρίχνουμε στην πλάκα και συνεχίζουμε.
Η τελευταία πλαγιά μας πήρε μια ώρα ακόμα και βρεθήκαμε στην κορυφή του Κλωκού.
Εκεί βρήκαμε την εκκλησία της Παναγίας που από ένα σπασμένο παράθυρο μπήκε το χιόνι μέσα και την γέμμισε.
Αρχίσαμε τα κλασικά: Φωτογραφίες μια έτσι, μια αλιώς, μια όλοι μαζί και ανοίξαμε το κολατσιό μας. Αγναντέψαμε τα γυρω βουνά δίπλα το Παναχαϊκό και ο Χελμός (ο Κλωκός είναι ανάμεσά τους) στο βάθος έβλεπες τον Ερύμανθο και Ανατολικά λίγο η Ζήρεια. Της Ρούμελης τα βουνά φαίνονταν σε παράταξη: Παρνασός, Γκιώνα, Βαρδούσια, τα βουνα της Φωκίδας. Αχνά λόγω ομίχλης φαινόταν και το χωριό μου Φιλοθέη Δωρίδας, αλά και τα παραθαλάσσια Μοναστηράκι, το νησάκι Τριζόνια και όλη η παραλία μέχρι την Ιτέα.
Στους πρόποδες χαμηλά περνά το ποτάμι ο Σελινούντας, τα παιδικά μου χρόνια έπινα νερό σε μια από τις πηγές του το Κεφαλόβρυσο στο Λεόντιο, στην δυτική πλευρά του Παναχαϊκού.
Κάποιος μας είπε οτι η κοίτη του είναι ένα καταπληκτικό φαράγγι που αξίζει να το περπατήσεις. Ήδη το έβαλα στο πρόγραμμα μου.
Ξαφνικά εκεί που ο καιρός ήταν χαρά θεού μια ομίχλη μας τύλιξε, μαύρα σύννεφα μαζεύτηκαν και μας έτρεψαν σε άτακτη υποχώρηση.
Πήραμε τον δρόμο της επιστροφής βιαστικά. Βέβαια ήταν άκυρος ο συναγερμός γιατί το ίδιο ξαφνικά τα σύνεφα έφυγαν και κατεβήκαμε κουτρουβαλώντας τις χιονισμένες πλαγιές μέσα σε 2 ώρες.
Πηγαμε στην ταβέρνα που είχαμε το ραντεβού με τους τράγους, τα κατσικάκια λαδορίγανη, το πολύ καλό κρασί και ήρθαμε στα ίσια μας.
Επί του όρους!


Facebook like

CURRENT MOON