Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Όλυμπος Εύβοιας. Ο Εναλλακτικός

Για μας που μένουμε στην Αθήνα ο Όλυμπος ο θεϊκός και μέγας μας πέφτει λίγο μακριά, άσε που θέλει να διαθέτεις λίγη ιπποδύναμη και αντοχή παραπάνω για να τον ανεβείς. Έχουμε στην γειτονιά μας στην Ερέτρια έναν ακόμα Όλυμπο (έναν από τους 6 που υπάρχουν στον κόσμο), που είναι εύκολα βατός από τον μέσο, αν όχι ορειβάτη, πεζοπόρο.
Ανεβήκαμε με το πούλμαν την πλαγιά του Αλατιά, του βουνού που δεσπόζει πάνω από την Ερέτρια και σταματήσαμε κοντά στο χωριό Θεολόγος. Εκεί μας περίμενε ο Ταξιάρχης ο οδηγός μας του Ε.Ο.Σ. Χαλκίδας. Πριν από μας είχαν πάρει το μονοπάτι περίπου 40 Χαλκιδαίοι και ανέβαιναν.
Πήραμε και εμείς το μονοπάτι που άρχιζε από μια ελεύθερη χωματερή (Στην Ελλάδα η ελευθερία ξεκινάει από το που πετάς τα σκουπίδια σου), και μπήκαμε σε μια πλαγιά με μικρά πεύκα. Η περιοχή είχε καεί πριν από μερικά χρόνια και τώρα τα δένδρα είχαν φτάσει στα τρια μέτρα ύψος. Μού ήλθε στο μυαλό η φράση του Κωνσταντάρα "το νού σας ρεμάλια" να μη το ξανακάψετε. Αλλά! Αλλά πιο πάνω το ξανακάψανε το 2007 στις μεγάλες φωτιές που ξεγύμνωσαν το κορμί της Εύβοιας και τώρα μένουν σαν φαντάσματα τα ασπρόμαυρα κούτσουρα να σου μιλούν για την φρίκη που έζησαν.
Τι είναι όμως η φύση!  Ήδη πρώτα οι κουμαριές και μετά τα πεύκα σκόρπια σαν παιδάκια που ξεπετάχτηκαν μέσα σ' αυτό το νεκροταφείο το γεμίζουν ελπίδα και αισιοδοξία και το μετατρέπουν σε παιδική χαρά. Φυσούσε νοτιάς, ο Ήλιος έπαιζε κρυφτό με τα σύννεφα και η ατμόσφαιρα είχε μια γλυκάδα στην αρχή, όσο ανέβαινες όμως το κρύο έτσουζε. Περάσαμε ένα όμορφο λιβάδι και συνεχίσαμε σε μια άλλη πλαγιά με καμμένα δένδρα. Όμως τα θαμνώδη φυτά είχαν πάρει τα  πάνω τους και σε μερικά σημεία δεν μπορούσες να περάσεις. Από ένα υψόμετρο κι επάνω το βουνό ήταν τυλιγμένο σε ένα σκοτεινό σύννεφο προετοιμάζοντας μας ψυχολογικά να αντιμετωπίσουμε θύελλες.
Στα αριστερά μας η Δίρφυς και το Ξεροβούνι ήταν κατάλευκα σαν νυφούλες. Μπαίνοντας μέσα στο σύννεφο βρήκαμε σκέτη πυκνή ομίχλη, χωρίς όμως βροχή. Συνεχίσαμε να ανεβαίνουμε μέσα στο σκηνικό από καμμένα κουφάρια δένδρων που θύμιζε ταινία με νεράιδες και μάγισσες χωρίς να έχουμε την αίσθηση του που βρισκόμαστε. Ψηλά ο οδηγός μας ο Ταξιάρχης με την σφυρίχτρα του μας έδινε την πορεία ώσπου τους βρήκαμε σε μια ράχη στο πουθενά όπου όλα καλύπτονταν από ομίχλη.
Έγινε μια συγκέντρωση να έλθουν οι καθυστερημένοι και συνεχίσαμε σε μια ανηφόρα ώσπου βρεθήκαμε ξαφνικά σε κόσμο.
Ε.Ο.Σ. Χαλκίδας
Ήταν οι Χαλκιδαίοι που αφού είχαν ανέβει στην κορφή, τώρα κατέβαιναν από το μονοπάτι. Πρότεινα να μονοδρομήσουν το μονοπάτι και κάποιος Χαλκιδαίος είπε ότι την επόμενη φορά θα βάλουν και φανάρια. Ανεβήκαμε την τελευταία βραχώδη πλαγιά και βρεθήκαμε στην κορυφή. Απογοήτευση! Μια γκρίζα κουρτίνα από ομίχλη μας περιέβαλε. Μα τι τζάμπα ανεβήκαμε;
Καθήσαμε ο καθένας στο πέτρινο μαξιλάρι του βγάλαμε τα φαγώσιμα μας και αρχίσαμε να μασουλάμε. Ξαφνικά ένα αόρατο χέρι τράβηξε την κουρτίνα και θαύμα!
Ένα καταπληκτικό τοπίο ξεπρόβαλε μπροστά μας. Βρεθήκαμε σε μια κορυφή και κάτω έβλεπες έναν τόπο με βουναλάκια, δρόμους χωριά, ένιωθες σαν άγγελος που πετά από πάνω τους. Η κουρτίνα ερχόταν και έφευγε και κάθε φορά μας έδειχνε άλλες σκηνές προς άλλες κατευθύνσεις.Ο αέρας ήταν δυνατός και παγωμένος.


Αν με ρωτήσουν από την εμπειρία μου πως θα χαρακτήριζα την Εύβοια θα απαντούσα:
όταν φυσάει. ΦΥΣΑΕΙ
όταν βρέχει. ΒΡΕΧΕΙ (βλέπε Φαράγγι της Αγάλης)
όταν χιονίζει ΧΙΟΝΙΖΕΙ

Ακραίο νησί. Αλλά και στην ομορφιά ακραίο είναι.
Βγάλαμε φωτογραφίες και μετά από ένα μισάωρο πήραμε τον κατήφορο για την επιστροφή από τα ίδια.
Η ομίχλη τώρα είχε φύγει και βλέπαμε το πανέμορφο τοπίο ή τουλάχιστον ξέραμε που πηγαίναμε.

Φτάσαμε στο πούλμαν και όσοι ξέραμε την περιοχή προτείναμε ότι το καλύτερο μέρος για φαγητό είναι ή Νέα Αρτάκη με τους καταπληκτικούς ψαρομεζέδες. Φάγαμε και κάναμε την βόλτα μας να ψιλοχωνέψουμε.
Ήταν ακόμα μέρα όταν φύγαμε από την Νέα Αρτάκη για την Αθήνα.

Υ.Γ.
Τα τελευταία άρθρα του μπλογκ τα γράφω στο Cafe Concerto με την ανοχή του Θοδωρή και την βοήθεια στην έμπνευση του εξαιρετικού του εσπρέσο.
*

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

Πάρνηθα. Ανάβαση από τη Χούνη


Αυτή την Κυριακή στο πρόγραμμα ήταν η Κίρφη, αλλά ακυρώθηκε λόγω αναμενόμενης σφοδρής χιονόπτωσης. Επειδή όμως δεν με ενθουσίαζε η ιδέα για μια Κυριακή στη Φωκίωνος Νέγρη με εσπρεσάκι, εφημερίδα και πονεμένες ιστορίες από φίλους, εραστές της καρέκλας για την οικονομική κρίση, ανταποκρίθηκα στο κάλεσμα των φίλων ορειβατών του ΕΟΣ Αχαρνών και βρέθηκα στους πρόποδες της Πάρνηθας, δίπλα στο τελεφερικ, όπου συγκεντρώνονται οι φίλοι της φύσης για να ταλαιπωρήσουμε το σώμα μας και να ξεκουράσουμε το πνεύμα μας.

Ήδη από τα χαμηλά στροβιλίζονταν νιφάδες χιονιού. Η θερμοκρασία ήταν περίπου στο μηδέν, το κανονικό γκρούπ που ξεκινάει στις 9 είχε ήδη φύγει η ώρα είχε πάει 10 και βρεθήκαμε 8 άτομα. Ξεκινήσαμε, περάσαμε κάτω από το τελεφερικ και πιάσαμε το μονοπάτι της Χούνης του φαραγγιού που διασχίζει την Πάρνηθα κάτω από το καζίνο.
Ο ρυθμός γρήγορος, παρ' όλο το κρύο αρχίσαμε να ιδρώνουμε. Συνήθως ξεκινάω με λίγα ρούχα αλλά το τσουχτερό κρύο με τρόμαξε και ξεκίνησα ντυμένος σαν κρεμμύδι. Στο δρόμο έκανα στάσεις και έβγαζα. Όσο ανεβαίναμε όμως το χιόνι δυνάμωνε, αλλά όχι πολύ. Γρήγορα μας τύλιξε και η ομίχλη ή μάλλον το σύννεφο που βρισκόταν στα ψηλά. Εκεί το χιόνι ήταν όπως έπρεπε για περπάτημα. Είχε παγώσει το παλιό και ένα φρέσκο στρώμα πάνω από τον πάγο το έκανε να μη γλιστράει, αλλά και να μη βουλιάζει το πόδι. Έτσι το περπάτημα ήταν άνετο.

Φτάσαμε στο Φλαμπούρι σε 2 ώρες. Μπήκαμε στο καταφύγιο βγάλαμε τα μπουφάν και αχνίζοντας ιδρωμένοι πιάσαμε ένα τραπέζι για κολατσιό. Ο Γιάννης Αποστόλου ήρθε με ένα δίσκο που είχε ένα μπιμπερό γεμάτο ρακόμελο και σφηνάκια για μας τα ήδη ξαναμμένα μωρά να μας αποτελειώσει, Βέβαια η ζεστασιά του περιβάλλοντος το ρακόμελο και η μάσα δεν σε εξιτάρουν για περπάτημα, οπότε η απόφαση βγήκε ομόφωνα: Ο γυρισμός να γίνει από το συντομότερο δρόμο.
Ετσι πήραμε το μονοπάτι που πάει κατευθείαν από το Φλαμπούρι στο καζίνο. Πέρα από τους 8 που ξεκινήσαμε ήταν μαζί μας και μερικοί από το γκρούπ που ξεκίνησε στις 9.
Στο καζίνο γινόταν χαμός από κόσμο. Άνθρωποι όλων των ηλικιών είχαν σκορπίσει στην χιονισμένη έκταση σαν τα πρόβατα. Για τα παιδάκια ήταν ένας λευκός παράδεισος. Βέβαια άκουσα και ένα "Βρε Κώστα θερίζει εδώ!" κάποιας κυρίας που μάλλον σκεφτόταν ότι έχασε το σήριαλ για το κέφι του Κώστα.
Στο τελεφερικ είχε ουρά, αλλα δεν περιμεναμε και πολύ. Πήραμε το δρόμο της επιστροφής, για το σπιτάκι μας, να ζεσταθεί το κοκαλάκι μας (ρίχνοντας δίκιο στην κυρά του Κώστα).
Οι φωτογραφίες είναι του Γιώργου Σπυράκη. Εγώ ξέχασα να πάρω φωτογραφική μηχανή.

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

Ανάβαση Ζαχαριά, Τρίκαλα Κορινθίας

"Καθαρότατο ήλιο προμηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι."
έγραψε κάποτε ο Διονύσιος Σολωμός στην "Γυναίκα της Ζάκυθος" κι εγώ το θυμήθηκα όταν πριν ξημερώσει έβγαλα την Ζωζώ την σκυλίτσα μου για βόλτα πριν ξεκινήσω για το Μενίδι που θα έπαιρνα το πούλμαν του Ε.Ο.Σ.Αχαρνών.
Πράγματι καθώς άρχιζε να φωτίζει ένα λαμπρό μπλε γέμισε τον ουρανό και γέμισε κι εμένα με χαρούμενη προσμονή για την προγραμματισμένη εκδρομή στην ορεινή Κορινθία.
Χάραμα λοιπόν στο Μενίδι ανταλλάσουμε καλημέρες οι φίλοι και συνοδοιπόροι γνωστοί πια μεταξύ μας, (αν και πάντα υπάρχουν και καινούργιοι στην παρέα μας), περιμένουμε το πούλμαν που φορτώνει πρώτα από την Ομόνοια και φέρνει άλλους φίλους που μερικούς τους χάνουμε για κάποιο διάστημα και τους βρίσκουμε σε απρόβλεπτο χρόνο.

Πολλά βουνά της Ελλάδας έχουν όνομα, μπόϊ και ιστορία. Υπάρχουν όμως και άσημα βουνά στον ίσκιο των γνωστών που δεν έχουν το όνομα αλλά τα συναγωνίζονται σε ομορφιά ή έχουν ιδιαιτερότητες που τα κάνουν ευχάριστα στην πεζοπορία. Σαν να έχουν μια πίστα φτιαγμένη ειδικά για αυτόν το σκοπό.
Ο Ζαχαριάς είναι ένα βουνό ανάμεσα στους γίγαντες Χελμό και Ζήρεια, που διατηρεί τα δάση του μέχρι την κορυφή και πάνω στην πλαγιά του αναπαύονται τα Τρίκαλα Κορινθίας. Έχει ήπιους χωματόδρομους, αλλά και άγριες ανηφόρες που ζορίζουν τους μύες και τα πνευμόνια.

Ξεκινήσαμε από τον Κάτω Ταρσό Φενεού που βρίσκεται στην πλαγιά του Χελμού, περάσαμε σχετικά εύκολα ένα ποταμάκι και ανηφορίσαμε την πλαγιά του Ζαχαριά. Για αρκετές ώρες ακολουθήσαμε ένα δασικό δρόμο που ανέβαινε ζιγκ ζάγκ χωρίς μεγάλη ανηφόρα, ώσπου πήραμε ένα μονοπάτι με ανύπαρκτη σήμανση, αλλά με οδηγό τον Νίκο Μακρή που με την πείρα του και την βοήθεια του GPS έβρισκε τον δρόμο. Το gps όμως άν σου δώσει τρία μέτρα διαφορά παίρνεις μια παράλληλο που την χωρίζει από την πραγματική πορεία ένας απροσπέλαστος γκρεμός. Έτσι για αρκετή ώρα βρεθήκαμε σε ένα κατσικο-μονοπάτι πλάτους ενός παπουτσιού που μας έβγαλε μέσα σε κάτι σάρες με καταπληκτική όμως θέα πάνω από το φαράγγι που χωρίζει τον Ζαχαριά από την Ζήρεια. (Σήμερα πολυ Ζ χρησιμοποιώ: Ζωζώ, Ζαχαριάς, Ζήρεια).

Όταν βρεθήκαμε σε αδιέξοδο γυρίσαμε πίσω πήραμε την σωστή πορεία και βρεθήκαμε στην κορυφή. Εκεί πάνω η θέα σου έδινε ένα σκηνικό με τον Χελμό στα δυτικά, την κορυφή της Ντουρντουβάνας ανατολικά του Χελμού, φυσικά την Ζήρεια δίπλα και στο βάθος τα βουνά της Ρούμελης σε παράταξη: Παρνασός, Γκιώνα, Βαρδούσια. Ο Ελικώνας δεν φαινόταν γιατί τον έκρυβε το Μαυροβούνι στα βόρεια. Το χιόνι στην επιφάνεια του ήταν παγωμένο και είχε μια κρούστα που σε μερικά μέρη περπατούσες χωρίς να βουλιάζεις, οπότε μου έδωσε την ευκαιρία να πηγαινοέρχομαι με ευκολία και να βγάζω φωτογραφίες.

Ακολουθήσαμε την κορυφογραμμή που έχει μεγάλο μήκος και στην άκρη της πήραμε τον κατήφορο για την λίμνη Δασίου.
Αυτή η λίμνη βρίσκεται σε μεγάλο υψόμετρο και το χειμώνα συνήθως παγώνει. Το τοπίο είναι μαγεία! Δεν βλέπεις εύκολα στην Ελλάδα τέτοιο μέρος σε προσιτή απόσταση από την Αθήνα. Ομολογώ ότι εντυπωσιάστηκα από την ομορφιά. Περπατήσαμε πάνω στον πάγο της με προσοχή βέβαια γιατί πολυ εύκολα μπορεί να βρεθείς με τα πόδια στον αέρα.
Κάναμε ένα διάλειμμα εκεί, παίξαμε σαν μικρά παιδιά που γνωρίζουν μια μοναδική εμπειρία και αρχίσαμε την κάθοδο για τα Τρίκαλα. Η ώρα είχε προχωρήσει και με τον ήλιο στην κάθοδο του το κρύο άρχισε να τσούζει. Εκει αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε γιατί παγώνει εύκολα η λιμνη. Έμεινα λίγο πίσω με τον αρχηγό τον Γιάννη Αποστόλου που έκανε την "σκούπα" για αυτούς που καθυστερούσαν (ένας από αυτούς ήμουν κι εγώ που έπιασα το μπλα μπλα με τους άλλους και με μάζεψε).

Βέβαια η κουβεντούλα συνεχίστηκε ώσπου βρεθήκαμε στο χωριό την κατάλληλη ώρα πριν
νυχτώσει. Πήγαμε σε ένα σουβλατζιδικο που σερβίρει όλη την παραγγελία σε μια λαδόκολλα. Νόστιμα και καλοψημένα σουβλάκια και κόκκινο κρασί ντόπιο. Είχε νυχτώσει πια. Τα αστέρια με την πεντακάθαρη παγωμένη ατμόσφαιρα έλαμπαν σε όλο τους το μεγαλείο. Στεκόμαστε έξω από το πούλμαν μερικοί, αναγνωρίζοντας τα αστέρια και τους αστερισμούς. Πολικός αστέρας, Μεγάλη άρκτος, Ωρίων, Πλειάδες. Κάποιος ήξερε και τα ονόματα του κάθε αστεριού. Μετά το ταξίδι στα αστέρια χωθήκαμε στην θέση μας στο πούλμαν μισοκοιμισμένοι για την επιστροφή.
Άντε καληνύχτα!

Η διαδρομή από GPS σε αρχείο kml για το Google Earth
Από τον Γιάννη Δροσίδη

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2011

Βόρεια Πάρνηθα. Αυλώνας - Σφενδάλη

Ο ΕΟΣ Αχαρνών είναι αδιαφιλονίκητα κάτι σαν οικοδεσπότης της Πάρνηθας. Η Πάρνηθα είναι το σπίτι του. Που και πού βάζει στο πρόγραμμα μια νέα διαδρομή από τις πολλές που μπορεί κάποιος να κάνει.
Αυτή τη φορά το ραντεβού ήταν στον σιδηροδρομικό σταθμό του Αυλώνα, όπου κάποιος πήγαινε με το τραίνο. Πολλοί πήγαμε με δικό μας μέσο στην Σφενδάλη (Μαλακάσα), όπου θα κατέληγε η πεζοπορία,

Πήραμε το τραίνο και κατεβήκαμε στον επόμενο σταθμό που ήταν ο Αυλώνας. Βγήκαμε από το σταθμό και ανηφορίσαμε ακολουθώντας το κόκκινο σήμα αναγνώρισης του μονοπατιού. Πάνω απο το χωριό περπατήσαμε ένα χιλιόμετρο άσφαλτο μέχρι το εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας. Στά αριστερά της εκκλησίας άρχιζε το μονοπάτι που διέσχιζε μια πυκνή βλάστηση από πουρνάρια και λιγοστές κουμαριές. Πρέπει να είχε βρέξει μερικές ώρες πριν, όχι πολύ, ίσα να δώσει αυτό το χορταστικό αρωμα του βρεγμένου χώματος και μια λαμπρότητα στα πεσμένα κόκκινα φύλλα των φυλλοβόλων δένδρων και των βρύων. Τα αγριόχορτα φαίνονταν σαν να άδραξαν την ευκαιρία μετά από τόσο καιρό ξηρασίας να ζωντανέψουν και να σηκώσουν ανάστημα.

Το μονοπάτι ήταν στενό και ακολουθούσε ο ένας τον άλλον, όμως βρεθήκαμε σε μια παρέα τραίνο, με όρεξη για κουβέντα. Παρά τις κάποιες αντιπαραθέσεις (είμαι κι εγώ φωνακλάς), βάλαμε στο μίξερ Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Μάρξ, Νίτσε και άλλους και φτιάξαμε μια κουβέντα φουλ στην κουλτούρα. Θες η επαφή με τη φύση, το λαχανιασμένο ρούφηγμα του οξυγόνου, νοιώθεις μια διαύγεια κα όρεξη να αγγίξεις θέματα και ιδέες που ξεφεύγουν από τη μίζερη καθημερινότητα της Ελλάδας της κρίσης. Βέβαια δεν λύνουν τα προβλήματα, τα πασπαλίζουν όμως σαν τους κουραμπιέδες με αισιοδοξία και ας πούμε καταπίνονται.
Αφιερώνω το βίντεο στους απανταχού αγχωμένους.


Έχω παρατηρήσει πάντως μια τεράστια διαφορά ανάμεσα στου φίλους της πόλης και τους φίλους πεζοπόρους, Σκέφτομαι να μπορούσα να τραβήξω αυτούς της πόλης στη φύση. Λεφτά για τα δάνεια τους δεν θα βρούν στο δάσος, αλλά θα πάρουν μια τζούρα οξυγόνο και θα δουν τα πράγματα καλύτερα.
Το μονοπάτι μας έβγαλε σε ένα ξέφωτο με το το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου. Κάναμε εκεί ένα μανταρίνι, μήλο, παστέλι πάρτυ., ξεκουραστήκαμε και κατηφορίσαμε για το Σαλονίκι. Δεν έχει σχέση με την συνονόματη πόλη με τους ΠΑΟΚτζήδες τις μπουγάτσες και τα καρντάσια, αλλά είναι ένα πράσινο ξέφωτο γαλήνιο που το ονομά του ετυμολογικά βγαίνει από το αλώνι.
Αλλο ένα διάλειμμα κι εκεί με κολατσιό, δεν το παρακάνουμε βέβαια μη μας κοπεί η όρεξη, γιατί έχουμε και ταβέρνα μετά.

Από κει φύγαμε και κατηφορίσαμε προς το Παλιομήλεσι, όπου μερικοί ξαπλώσαμε στο κοντό χορτάρι και περιμέναμε τους τελευταιους να φτάσουν. Οπως γίνεται με πολλές πεζοπορίες στο τέρμα τους από κει φεύγουμε κυνηγημένοι λες και μας έρχεται στη μύτη η τσίκνα της ψητούρας.Παρ 'ολη την βιασύνη δεν αντιστάθηκα να μαζέψω και μια μερίδα χόρτα, μου κλείναν το μάτι βλέπετε.

Φτάσαμε στη Σφενδάλη την ώρα που άρχιζε μια ψιχάλα (ο ουρανός στο μεταξύ είχε γίνει βαρύς) και μας έσπρωξε στην θαλπωρή της ταβέρνας δίπλα στον σταθμό της Σφενδάλης.
Τελικά γλυτώσαμε την βροχή και η μέρα έκλεισε με τα τσουγκρίσματα των ποτηριών.

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011

Ανάβαση Αρτεμισίου

Στο Αρτεμίσιο είχα ανέβει πριν από 6 χρόνια. Τότε έκανα πεζοπορία ανά πολύ αραιά διαστήματα. Αναπόφευκτα έκανα σύγκριση της δυσκολίας που είχα τότε να ανέβω όταν ξεφυσούσα σαν ατμομηχανή, με τώρα που με τόσες αναβάσεις η βελτίωση της φυσικής μου κατάστασης έκανε την ανάβαση παιχνίδι. Αυτό το αναφέρω, γιατί είχαμε κάποιους νέους ορειβάτες, που βρέθηκαν στην θέση που ήμουν πριν 6 χρόνια.
Υποτίθεται όσο μεγαλώνεις πέφτουν οι δυνάμεις σου, με την πεζοπορία όμως αντιστρέφεις το χρόνο.
Φτάσαμε στην Καρυά Αργολίδας γνωστή με το τηλεοπτικό της όνομα Κολοκοτρωνίτσι και χωριστήκαμε σε δύο ομάδες. Μία ορειβατική και μια πεζοπορική. Όπως καταλάβατε οι πεζοπόροι είχαν μια πιο ελαφριά διαδρομή πάνω από την Καρυά.

Οι υπόλοιποι συνεχίσαμε λίγο πιο πάνω από το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία με το πούλμαν, φορτωθήκαμε τα σακίδια μας και πήραμε το ανηφορικό μονοπάτι μέχρι έναν δασικό δρόμο, τον οποίο ακολουθήσαμε για δυο χιλιόμετρα ως τους πρόποδες του βραχώδους όγκου της κορυφής.
Από μακρυά ο βουνό φαίνεται δύσβατο, αλλά το μονοπάτι έχει καλή κλήση εκτός από μερικά σημεία που είχε,  μερικά ας τα χαρακτηρίσω σκαλοπάτια. Αν έχεις καλή παρέα και με την πλακίτσα δεν τα σκέφτεσαι καν, οπότε τα αναφέρω σαν τεχνική περιγραφή. Κάναμε ένα διάλειμμα στα 200 μέτρα από την κορυφή, για να συμπτυχθούμε και να περιμένουμε τους βραδυπορούντες.

Το υπόλοιπο ήταν ένα μονοπάτι εύκολο, αλλά για τους ακροφοβικούς λίγο τρομακτικό, αν κοίταζαν τον γκρεμό πλάι τους. Η θέα εκπληκτική πάνω από την Αργολίδα αν και είχε αρκετή υγρασία η ατμόσφαιρα.

Φτάσαμε στην κορυφή, μια επίπεδη επιφάνεια σαν μεγάλο αλώνι, όπου αρχίσαμε φωτογραφίες και τα τραλαλα.

Ο Ελικώνας έχει τις Μούσες του, ο Πάρνωνας τον Διόνυσο, τους οποίους δεν τους είδα και το Αρτεμίσιο την Αλέκα μια υπέροχη κυρία με ένα θερμός με τσίπουρο. Μια κούπα τσίπουρο ζέστανε σώμα και πνεύμα, ότι χρειαζόταν στην κορυφή (κορυφή ξεροσφύρι δεν πάει), για να δεις τα χρώματα καλύτερα.
Η θέα αλλαζε από λεπτό σε λεπτό γιατί τα σύννεφα έτρεχαν με μεγάλη ταχύτητα και μας αποκάλυπταν κατά διαστήματα την πεδιάδα της Τρίπολης τις κορυφές των βουνών που βγαίναν πανω από τα σύννεφα, ενώ απο την μερια της Αργολίδας ένα σύννεφο ανέβαινε την πλαγιά του βουνού με μεγάλη ταχύτητα σαν σε καμινάδα. Το κρύο έτσουζε λίγο και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής από τα ίδια.

Ο αρχηγός Γιάννης Αποστόλου, οργανωτικός μοίρασε το χρόνο με τρόπο που δεν πιεστήκαμε και βγάλαμε και κέρδος γιατί η πεζοπορία από 7ωρη πού ήταν ο προϋπολογισμός βγήκε πεντάωρη. Πρέπει να του δώσουμε κανένα υπουργείο;
Στην Καρυά ο ειδικός στην γαστρονομία Περικλής μας πήγε σε ταβέρνα όπου φάγαμε, ζεσταθήκαμε στο τζάκι και απολαύσαμε το κοκκινέλι.
Πήραμε τον δρόμο της επιστροφής,  σε μια κατάσταση πληρότητας στο πνεύμα, ψυχή και μπάκα.
Υπομονή μέχρι το επόμενο.

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

Η μεγάλη βόλτα των 7

Αυτή τη βδομάδα, σκέφτηκα ότι καλα θα ήταν να κάνω την συνηθισμένη βόλτα στην Πάρνηθα με τον ΕΟΣ Αχαρνών.
Το Σάββατο είδα μια αναρτηση στο φεϊσμπουκ για ραντεβού Κυριακή στις 10 στο τελεφερικ.
Σκέφτηκα ότι το ραντεβού που γίνεται κάθε Κυριακή στις 9 μεταφέρθηκε στις 10.
Όταν έφτασα στο τελεφερικ βρήκα μόνο 6 άτομα. Η κύρια ομάδα των 9 είχε ήδη φύγει, καθώς και άλλη μια ομάδα καθυστερημένων. Ο Γιώργος Σπυράκης που οργάνωσε το ραντεβού και ο Νίκος Μακρής που συμμετείχε ανήκουν στις ειδικές δυνάμεις του ΕΟΣ Αχαρνών και η παρουσία τους έδιωξε κάθε ψευδαίσθηση για μια απλή βολτίτσα.

Μετρηθήκαμε βγήκαμε 7 (και οι 7 είναι υπέροχοι) και με συνοπτική διαδικασία καταστρώθηκε το σχέδιο πορείας. Ο Νίκος Μακρής πρότεινε να πάμε σε ένα νέο μονοπάτι που άνοιξαν στην περιοχή του Λοιμικού και όλοι συμφωνήσαμε. Ανεβήκαμε με το τελεφερικ στο καζίνο και αρχίσαμε το περπάτημα με γρήγορο ρυθμό. Περάσαμε από το Μπάφι χωρίς να σταματήσουμε και από κει στον Άγιο Πέτρο. Πήραμε νερό, κατηφορίσαμε την Μόλα, πιάσαμε το καινούργιο μονοπάτι που ήδη έγινε γνωστό, γιατί το βρήκαμε γεμάτο βραδυπορούντες που μας ανάγκαζαν σε ακροβατικές προσπεράσεις και καταλήξαμε στον Πύργο Λοιμικού.

Ο Πύργος είναι οχυρωματικό έργο των αρχαίων Αθηναίων (περισσότερα) σκαρφαλώσαμε στην κορυφή του, κάναμε ένα διαλειμματάκι και κατηφορίσαμε προς Σαλονικι. Μπήκαμε στα όμορφα λιβάδια της περιοχής και προσπεράσαμε τα πηγάδια. Ο χωματόδρομος που πήραμε είχε μια λάσπη που κόλλησε στα παπούτσια μας και τους πρόσθεσαν ένα κιλό στο καθένα. Περπατήσαμε μερικά χιλιόμετρα, κάναμε έναν κύκλο και γυρίσαμε στην Μόλα από άλλο δρόμο. Επιταχύναμε λίγο γιατί το χειμώνα νυχτώνει νωρίς και δεν είναι άνετο να σε πιάσει το σκοτάδι στο βουνό.

Φτάσαμε το σούρουπο στο καζίνο έχοντας διανύσει 30 χιλιόμετρα σε 7 ώρες.
Σκληρή διαδρομή, αλλά τουλάχιστον σε μένα που θεωρώ τον εαυτό μου λάΙτ ορειβάτη με παραπάνω κιλά, άφησε μια ικανοποίηση, που ξεπέρασα άλλη μια φορά τον εαυτό μου.

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2011

Ανάβαση Πάρνωνα


Νάμαστε πάλι πρωί πρωί με την αυγούλα στο δρόμο για την Πελοπόννησο. Αυτή τη φορά η εξόρμηση είναι διήμερη και ο σκοπός είναι η κατάκτηση της κορυφής του Πάρνωνα ή Μαλεβού, της μεγάλης Τούρλας ή Κρόνιον όρος. Μη μπερδεύεστε με τα πολλά ονόματα, αλλά ο Πάρνωνας σέρνει πίσω του μια Ιστορία χιλιετηρίδων και πάλι καλά που καθαρίζει με 4 ονόματα. Ήταν το βουνό του Διονύσου, προσώπου λίαν αγαπητού από την αφεντιά μου, μιας και τον κατανοώ για τον τρόπο ζωής του. Βέβαια δεν τον ακολουθώ σε ακρότητες, αλλά το κρασάκι και οι απολαύσεις είναι το σημείο επαφής μας.
Έτσι λοιπόν το να ανεβώ στη σκεπή του σπιτιού του είναι σαν επίσκεψη σε έναν παλιό φίλο.
Βρεθήκαμε λοιπόν στην Εθνική, κάναμε τη στάση μας στο Αρτεμίσιο και στη διασταύρωση της Τρίπολης βγήκαμε στους επαρχιακούς δρόμους με τις στροφές που σου βγάζουν την πίστη μέχρι να φτάσεις.
Πάλι το συνηθισμένο περνάς δεν περνάς με το πούλμαν μέσα από τα χωριά Βασαράς και Βέροια.
Φτάσαμε στο Πολύδροσο ή στα Τσίτζινα, όπου ήταν η αφετηρία του του ποδαρόδρομου. Δεν ξέρω, με τα παλιά τους ονόματα τα χωριά κουβαλούν την αυθεντικότητα τους και κομμάτι της Ιστορίας τους. Τα νέα ονόματα φαντάζουν σαν φτιασιδώματα. Πάντως τα χωριά διατηρούν την οπτική τους αυθεντικότητα και ατμόσφαιρα της άλλης παλιάς Ελλάδας. Οι τοίχοι των σπιτιών είναι χτισμένοι με την καφετιά ντόπια πέτρα που δένει με την Γή, την ζεσταίνει χρωματικά και εκπνέει μια οικειότητα με την έννοια της εικόνας του δικού σου τόπου.
Τέλος Νοέμβρη και τα φύλλα από τα πλατάνια έκαναν στρώματα με όμορφα χρώματα στούς δρόμους και τις πλατείες.
Φορτωθήκαμε τα σακίδια μας, βγήκαμε από το χωριό, πιάσαμε την απέναντι πλαγιά με προορισμό ένα κτίσμα που άσπριζε πάνω της. Είναι ο Αη Γιάννης μια εκκλησία μέσα στη σπηλιά που χτίστηκε περίπου το 1200. Εξωτερικά οχυρώθηκε με πολεμίστρες και τείχος την εποχή που ο Ιμπραήμ γυρόφερνε καταστρέφοντας στην Πελοπόννησο.
Από κει κατεβήκαμε και κάναμε μια πορεία μερικών ωρών για ζέσταμα μόνο που μου βγήκε κρύωμα, γιατί βαδίζοντας με γρήγορο ρυθμό ιδρώσαμε και μετά περιμένοντας τους αργοπορημένους ιδρωμένοι, παγώσαμε.
Πήγαμε στην ταβέρνα της Μαντώς που ήταν μόνη της και αναγκαστήκαμε να βάλουμε ένα χέριστην κουζίνα και στο σερβίρισμα για να φάμε. Οι χυλοπίτες σε στυλ ταλιατέλες με την δική της σάλτσα και μυζήθρα υπέροχες.

Πήραμε το πούλμαν και βουρ για το καταφύγιο γεμάτοι ευφορία με το στομάχι γεμάτο φαΐ και κάποια ποτηράκια κρασί. Έλα όμως που έγινε ένα λάθος και το πούλμαν μας άφησε 2 χιλιόμετρα μακρύτερα από το καταφύγιο. Φορτωθήκαμε τα σακίδια, τις προμήθειες συν το βάρος της χυλοπίτας και του κρασιού και φτάσαμε με την ψυχή στο στόμα. Στο καταφύγιο βρήκαμε το τζάκι φουλαρισμένο, βγάλαμε μερικοί τα κάστανα, τα λουκάνικα κάποια μανιτάρια που μαζέψαμε, αλλά η ορεξη μας πρόδωσε γιατί φάγαμε αργά συν την κούραση, οπότε ζεσταθήκαμε λίγο και πήγαμε στις κουκέτες του πάνω ορόφου όπου ξεραθήκαμε παρ' όλη την συναυλία των μπάσων ροχαλητών.

7 η ώρα ξυπνήσαμε, καφέδες, τσάγια και 8 η ώρα στο δρόμο για την κορυφή.
Κατηφορήσαμε αρχικά την πλαγιά του καταφυγίου πιάσαμε νερό από την πηγή και μετά την ρεματιά, αρχίσαμε την ανάβαση στον κύριο όγκο του Πάρνωνα. Οι ορειβάτες του ΕΟΣ Σπάρτης είναι μερακλήδες, έχουν κάνει πολύ καλό σημάδεμα των μονοπατιών, αποκλείοντας το να χαθείς.
Μετά από μερικές ώρες βγήκαμε από τις δασωμένες πλαγιές με πανύψηλα έλατα και βρεθήκαμε σε ένα οροπέδιο με κοντό χορτάρι σαν μοκέτα που το έκανε πανέμορφο. Εκεί χωριστήκαμε σε όσους θα ανέβαιναν στην κορυφή και σε όσους θα το αφήναν για άλλη φορά. Οσοι αποφασίσαμε την ανάβαση πήραμε την απότομη πλαγιά της Μεγάλης Τούρλας όπου δεν υπάρχει μονοπάτι, απλά την πορεία σου την δίνει το βήμα σου και το πως βολεύει το πόδι σου. Φτάσαμε στην κορυφή και βρεθήκαμε να στεκόμαστε στην καρδιά της Πελοποννήσου, αναγνωρίζοντας τα βουνά:
Ταΰγετος

Ταΰγετος, Μαίναλο, Ολίγυρτος, μέχρι και την κορυφή του χιονισμένου Παρνασσού στο βάθος. Βέβαια όλη η Πελοπόννησος δεν είχε πουθενά χιόνι, αλλά και ο καλός καιρός για την συγκεκριμένη μέρα δεν έβλαπτε. Αφου πιάσαμε την δυτική πλευρά του βουνού που απάγκιαζε γιατί στην κορυφή ο αέρας ξύριζε, αράξαμε βγάλαμε μήλα, παστέλια, κρακεράκια και κολατσίσαμε σε μια από τις ωραιότερες βεράντες της Πελοποννήσου. Όπως λέμε όλα τα λεφτά.

Μετά αρχίσαμε την κατάβαση, μερικοί ανέβηκαν και στην μικρή Τούρλα, εγώ και μερικοί άλλοι σκεφτήκαμε ότι η ορειβασία δεν είναι για χόρταση και κατευθυνθήκαμε στο εκκλησάκι του προφήτη Ηλία. Ξαπλώσαμε στο χορτάρι - μοκέτα μέσα σε έναν απολαυστικό ήλιο και χαζεύαμε τους άλλους που στο μεταξύ κατέβαιναν από την Μικρή Τούρλα. Η επιστροφή έγινε σαν άτακτη υποχώρηση, ο καθένας είχε το ρυθμό του.

Στο καταφύγιο μας περίμενε το πούλμαν, φορτώσαμε τα πράγματα και πήγαμε στον Άγιο Πέτρο Κυνουρίας. Την πεσαμε σε μια ταβέρνα φάγαμε και μετά σουλατσαραμε στο χωριό. Ψωνίσαμε και τα παραδοσιακά μας από την κυρία Μαρία στο μαγαζί της "Μαλεβός" όπου μας κέρασε κυδωνόπαστο και ρακόμελο. Βέβαια ο συζυγος ήταν Αστέρας Τρίπολης και έπαιζε σήμερα με τον Ολυμπιακό, ο οποίος όπως εξελίχθηκε αργότερα έφαγε δυο γκολάκια.
Το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά και ξεκινήσαμε για την υπέροχη Αθήνα. Αθήνα διαμαντόπετρα στης γης το δαχτυλίδι κλπ, να μη ξεχνιόμαστε και να παίρνουμε κουράγιο.

Facebook like

CURRENT MOON