Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Μαίναλο ελαφρύ

Η Μετεωρολογική υπηρεσία λύσσαξε. Εβγαλε πρόγνωση για την Κυριακή χιονόπτωση το πρωί, το μεσημέρι το βράδυ. Είχα κλείσει με τον ΕΟΣ Αχαρνών από την Τρίτη, οπότε λέω θα πάω, ο κόσμος να χαλάσει. Κυριακή πρωί έφθασα στο Μενίδι με τη μηχανή μέσα από μια καταιγίδα. Ήμουν οργανωμένος με αδιάβροχα και λοιπά κι έτσι δεν ήταν μεγάλη η ζημιά. Μπήκαμε στο πούλμαν με τους άλλους γενναίους που δεν τους τρόμαξε ο καιρός και πιάσαμε την Αττική οδό για Πελοπόννησο.

Από το παρμπριζ του λεωφορείου προς την κατεύθυνση που πηγαίναμε μια μαυρίλα έπιανε όλο τον ουρανό προς τα δυτικά με μαύρα μαντάτα.

Από την Κινέτα όμως ο ουρανός καθάρισε και μαζί και η ατμόσφαιρα, που μετά την βροχή σου δίνει μια διαύγεια και καθαρότητα που σου ανεβάζει το ηθικό.

Μπήκαμε στην Τρίπολη, ψιλοχαθήκαμε μέχρι να βρούμε τον οδηγό του ΕΟΣ Τρίπολης που ήξερε το μονοπάτι. Τον βρήκαμε και φύγαμε για την Πιάνα ένα όμορφο χωριό πάνω στην πλαγιά του βουνού με παραδοσιακά σπίτια και λευκά σκουφάκια από αφράτο φρέσκο χιόνι.

Εκεί ήδη είχαν φτάσει οι Τριπολιτσιώτες πεζοπόροι, οι πεζοπόροι του ΕΟΣ Σπάρτης, κάποιοι από το Ναύπλιο, δηλαδή γέμισε κόσμο η Πιάνα. Ο Κολοκοτρώνης (ο ανδριάντας του) στην πλατεία θα απόρησε με τέτοιο στρατό που μαζεύτηκε. Ξεκινήσαμε για μια συγκεκριμένη διαδρομή με ανάβαση σε κορυφή, αλλά χιόνιζε όλη τη βδομάδα και το βουνό δεν πατιόταν. Έτσι επιλέχτηκε μια εύκολη διαδρομή σε χαμηλό υψόμετρο με μπόλικο όμως χιόνι.
Στην πλατεία μαζευτήκαμε πολλοί, αλλα όχι όλοι πιάσαμε την κουβεντούλα και τα χαχανίσματα με τους Λακεδαιμόνιους και Αρκάδες, περιμένοντας να μαζευτούν και κάποιοι καθυστερημένοι. Ήταν να έλθουν και Μεσσήνιοι του ΕΟΣ Καλαμάτας αλλά ο καιρός τους αποθάρρυνε.

Από την πλατεία διασχίσαμε το χωριό προς νοτιοανατολικά και πιάσαμε ένα μονοπάτι κατηφορικό με 40 πόντους χιόνι. Εμείς είμαστε αρκετά πίσω, οι μπροστινοί πατώντας το χιόνι μας είχαν στρώσει το μονοπάτι.
Το τέλος της κατηφόρας ήταν μια κοιλάδα, το φουσκωμένο από το λιώσιμο του χιονιού ποτάμι της μας έκοψε το δρόμο.
Άρχισαν οι πατέντες με κούτσουρα να φτιάξουμε γεφύρωμα να περάσουμε, αλλά το ρεύμα ήταν μεγάλο.  Αποφασίσαμε να το περάσουμε με δύο τρία γρήγορα βήματα μέσα στο νερό που έφτανε λίγο κάτω από το γόνατο. Ο Μάκης Τζωρτζίδης είχε πιάσει ένα πόστο να φωτογραφίσει όποιον θα έπεφτε. (Σε κάρφωσα Μάκη). Δεν του έκανε κανείς τη χάρη, φορούσαμε γκέτες και ίσα που προλάβανε να μπουν κάποιες σταγόνες στα δικά μου παπούτσια.
Μετά το ποτάμι ανηφορίσαμε μια πλαγιά με ρουπάκια (δρύες) το μεγαλύτερο δάσος δρυών της Αρκαδίας, όπως μας είπαν οι Αρκάδες της παρέας.
Ανεβήκαμε την πλαγιά μέσα στο κόκκινο φόντο των φύλλων των βελανιδιών (δρυών, σας μπέρδεψα ε; Το ρουπάκι η δρυς και η βελανιδιά είναι το ίδιο δένδρο).
Στην κορυφή κάναμε στάση, βγάλαμε τα εφόδια μας και κάναμε ανταλλαγή τοπικών προϊόντων. Η Αθήνα δεν βγάζει τίποτα βέβαια, αλλά είχα πορτοκάλια Αγρινιώτικα, μια κυρία είχε Σπαρτιάτικα, έβγαλε και τα σύκα τσαπέλες από το χωριό της την νότια Λακωνία και έγινε μεγάλο "φαγοπότι". Ξεκουραστήκαμε λίγο και συνεχίσαμε μια κορυφογραμμή για λίγη ώρα μέσα σε ένα κατάλευκο τοπίο περιτριγυρισμένο από κάτασπρα βουνά.
Στην άκρη της κορυφογραμμής η κατηφόρα μας έβγαλε σε ένα δρόμο που μας περίμενε το πούλμαν να μας πάει στη Δαβιά.
"Το στέκι του παπά", η ταβέρνα που πήγαμε είχε πάμπολλες γευστικές αμαρτίες και υπέροχο άσπρο κρασί.
Ήταν μια εύκολη βόλτα ελαφριά και ευχάριστη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Facebook like

CURRENT MOON