Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

Όλυμπος. Ανάβαση στον Μύτικα και Σκολιό

Πάλι επίσκεψη στο βουνό των θεών, για πολλούς αναβάτες απ' όλο τον κόσμο σημείο αναφοράς και σκοπός ζωής.

Με την προσέγγιση του μπαίνεις σε μια κατάσταση δέους από την μεγαλοπρέπεια και η ιερότητα του τόπου ερχόμενη από αρχαίες εποχές πλανάται σαν αύρα στην ατμόσφαιρα και σε συναρπάζει.

Το πούλμαν μας άφησε στα Πριόνια ετοιμάσαμε τα μικρά σακίδια που είχαμε μαζί μας και φορτώσαμε τα μεγάλα στα μουλάρια.
Πιστεύω ο ΕΟΣ Αχαρνών έχει την καλύτερη οργάνωση για την ανάβαση του Ολύμπου, κάνοντας την άνετη και ευχάριστη.

Δεν ανήκω στους ορειβάτες που ψάχνουν τις ακραίες καταστάσεις, αντίθετα θα χαρακτήριζα τον εαυτό μου σαν φυσιολάτρη που χαίρεται το βουνό χωρίς να μπαίνει σε χωρίς λόγο ταλαιπωρίες και κινδύνους.

Το αναφέρω γιατί ο Όλυμπος όπως και άλλα βουνά δεν συγχωρεί απερισκεψίες και μαγκιές. Αυτό ισχύει γενικά στην φύση που πρέπει να αντιμετωπίζεται με σεβασμό. Αυτό το έμαθα στην θάλασσα γιατί πήρα κάποια μαθήματα από αυτήν και έχουν την αξία τους και στο βουνό.

Έτσι με ένα μικρό σακίδιο στην πλάτη που περιείχε μόνο ένα μπουκάλι νερό και μια φωτογραφική μηχανή πήρα το όμορφο μονοπάτι για το καταφύγιο Ζολώτα (ή Σπήλιος Αγαπητός). Η ανάβαση είναι σχεδόν 1000 μέτρα, αλλά δεν θα την έλεγα κουραστική. Άλλωστε δεν μας κυνηγάει κανένας.

 Ο καθένας είχε τον ρυθμό του. Ή θα μπορούσα να πω ότι έπιανε τον ρυθμό μιας ομαδας και ανέβαινε παρέα.
Είναι ένα μονοπάτι υψηλής κυκλοφορίας γιατί πολύς κόσμος ανεβαίνει και κατεβαίνει και όχι μόνο Έλληνες. Η κίνηση συμπληρώνεται και από μουλάρια και ποδήλατα.

Χαμηλά η ζέστη ήταν αρκετή και γρήγορα γίναμε μούσκεμα στον ιδρώτα. Ψηλότερα όμως δρόσιζε λιγάκι καθώς ένα αεράκι κατά διαστήματα με μικρές ριπές μας έσβηνε την κάψα.

Στο καταφύγιο όμως έφτασα καταϊδρωμένος, όπου συνειδητοποίησα ότι τα μουλάρια με τα πράγματα μας δεν είχαν φτάσει ακόμα και δεν είχα ένα μπλουζάκι να αλλάξω το μουσκεμένο που φορούσα. Το έβγαλα τελείως και γυμνός γυρνούσα από δω κι από κει προσπαθώντας να μην κρυώσω.

Τελικά τα μουλάρια έφτασαν και επιτέλους ντύθηκα, κάθισα με τους άλλους, πήρα μια μακαρονάδα με κιμά και κρασί και πιάσαμε την κουβέντα και τα αστεία στο τραπέζι της αυλής του καταφυγίου.

Ένα μουλάρι ξέκοψε από την ομάδα του και ήρθε στο τραπέζι μας.

 Ήταν το ίδιο που προηγουμένως του έδωσα μια σαλάτα αγγουροντομάτα από κάποιον που δεν την ήθελε, αλλά το μουλάρι την εκτίμησε.

Αρχίσαμε να τον χαϊδεύουμε, βοήθησα την Μαργαρίτα να ανέβει καβάλα και έγινε ένα μικρό σόου.

Με το κρασάκι μας περιμέναμε να ανατείλει η πανσέληνος. Την είχαμε υπ'όψη μας και ετοιμάσαμε και τις φωτογραφικές μηχανές.

Έσκασε μύτη από την κορυφή του απέναντι βουνού και γέμισε όλο τον Όλυμπο με ένα καινούργιο λαμπερό φως που έκανε κάποιες χιονούρες να φωσφορίζουν.

Αργότερα έσβησαν την γεννήτρια και μας έμεινε το φως του φεγγαριού που μας κρατούσε εκεί έξω να ρεμβάζουμε.

Όλοι πήγαν για ύπνο και μείναμε τρία άτομα (οι ποιητές...) που δεν είχαμε όρεξη να ξεκολλήσουμε.

Κατά τις 12μιση έμεινα μόνος μου, έκανα μια βόλτα μεσα στο φεγγαρόφωτο στο μονοπάτι για Πριόνια. Οι 1000χρονες ρομπολες κατω απο το καταφύγιο έκρυβαν το φεγγάρι, αλλα πιο κάτω στο χέρσο της αλπικής ζώνης το φως ήταν σαν μέρα λόγω της καθαρής ατμόσφαιρας. Κάθισα σε μια πέτρα, απολαμβάνοντας τους απόκοσμους θορύβους ακόμα και τις ησυχίες του βουνού για λίγο. Αν διανυκτερεύεις στο βουνό αξίζει να μείνεις τελείως μόνος κάπου και να το νοιώσεις. Αποφάσισα μετά να πάω για ύπνο. Την επομένη μας περιμένουν άλλα...

Πήγα στο θάλαμο του καταφυγίου όπου ήταν το κρεβάτι μου, το ακριανό από μια μεγάλη σειρά κρεβατιών με ακίνητα σώματα πάνω τους, πολλά απ'αυτά θορυβώδη, το ροχαλητό έδινε συναυλία εδώ.
Έπεσα να κοιμηθώ αλλά τα ροχαλητά ήταν χαλασμός. Χτύπησα δυνατά παλαμάκια δυο φορές (ένα κόλπο που πιάνει ) αλλά δύσκολα με πήρε ο ύπνος. Φαίνεται η έξαψη του ότι βρισκόμουν στον Όλυμπο προκαλούσε διέγερση.
Το πρωί ήμουν από τους πρώτους που σηκώθηκαν, ο ήλιος δεν είχε βγει ακόμα, αλλά στα ανατολικά πάνω από το Αιγαίο ο ουρανός είχε γεμίσει βιολετιά χρώματα.
Σε λίγο σαν πυρακτωμένη γλώσσα ο ήλιος παραμέρισε το βιολετί βάφοντάς το πορτοκαλί και μας χαμογέλασε με ζεστασιά. Καλημέρα Απόλλωνα είπα.
Είπα και άλλες καλημέρες στους συντρόφους που εβγαιναν σιγά σιγά και βαριά βαριά στο φως του Απόλλωνα που τους έδινε ζωή και κέφι.

Πήραμε το πρωινό μας και ο αρχηγός μας (Νίκος Μακρής) επειδή είμαστε πολλοί μας χώρισε σε δυο ομάδες. Οι γρήγοροι (χαχα εγώ είμαι ένας απ' αυτούς) ξεκίνησαν πρώτοι να ανεβουν στην κορυφή και μετα να γυρισουν στα δύσκολα σημεία να βοηθήσουν όσους δυσκολεύονται.

Η ανηφόρα πάνω από το καταφύγιο είναι αδυσώπητη. Το τοπίο εκτός από μερικά μέτρα δάσους στην αρχή γίνεται γυμνό, με ένα σαθρό χώμα κάτω από τα πόδια σου που σου δινουν την εντύπωση ότι περπατάς πάνω σε σάρα.

Φτάσαμε στην κορυφή Σκάλα από όπου μια απότομη και βραχώδης κορυφογραμμή συνδέει την Σκάλα με την βάση του Μύτικα την ψηλότερη κορφή.

Στην αρχή νοιώθεις ένα σφίξιμο, αναρωτιέσαι που πας, αν δεν είσαι εξοικειωμένος στους γκρεμούς, μερικά λεπτά αργότερα, τουλάχιστον εγώ, ένοιωσα άνετα.

Βέβαια θέλει πολλή προσοχή και τις αισθήσεις να τσιτάρουν, σου το θυμίζει το χάος δίπλα σου που σε μερικά μέρη σκέφτεσαι πως αν φύγεις κάτω θα κάνεις ολόκληρο ταξίδι.

Στο κατηφορικό μέρος πηγαίναμε με τα πέντε: Χέρια, πόδια, κώλος, κάνοντας τους ορθόδοξους ορειβάτες να φρικάρουν. Κανένας όμως δεν μπήκε στον κόπο να δείξει.

Η αριστερή πλευρά της κορυφογραμής έβλεπε προς τα Καζάνια μια περιοχή που την περιβάλουν αμφιθεατρικά οι κορυφές Σκολιό, Μύτικας και Στεφάνια.

Η πλευρά που στεκόμασταν ήταν κάθετη και έφθανε 800 μέτρα κάτω και ο αέρας από το ανοδικό ρεύμα έβγαζε μια φοβερή βοή και σου έκοβε την ανάσα.

 Πιο κάτω δε που πιάνεσαι από ένα συρματόσχοινο λες τώρα ξεπερνάω τον εαυτό μου.

Εχει και ένα μέρος που αναγκάζεσαι να πηδήσεις πάνω από ένα μικρό χάος για να μην κάνεις ενα γύρο, από κει όμως ελαφραίνει η κατάσταση μέχρι που φτάνεις στο Κακόσκαλο μια φυσική πέτρινη σκάλα στενή όμως απ' όπου βλέπεις όμως πίσω σου τι πάει να πει Όλυμπος. Δεν ξέρω αλλά ο Όλυμπος από κει δείχνει τρομακτικά ογκώδης και τα ύψη θεόρατα γιατί τα συγκρίνεις με τις δίπλα κορφές που και αυτές δεν είναι χαμηλές.

Κορυφή Σκολιό
Στο Κακόσκαλο πολλοί εγκαταλείπουν, κρίμα όμως γιατί η κορυφή απέχει σχεδόν 50 μέτρα.
Η ανάβαση στην κορυφή είναι μια λύτρωση, αίσθηση μεγαλείου, ηθική αναπτέρωση, σαν να αναληφθηκες στους ουρανούς (μήπως τα παραλέω; κάπως έτσι ένοιωσα πάντως)

Η κορυφή είδη είχε αρκετό κόσμο, έδειχναν όλοι χαμογελαστοί και ευτυχισμένοι, είχαν ξεχάσει μνημόνια, έγνοιες, σκοτούρες. Μια άλλη διάσταση.

Υπογράψαμε στο βιβλίο, αρχίσαμε τις φωτογραφίες και πιάσαμε μια πετρα ο καθένας να κάτσουμε. Ο καιρός ήταν καταπληκτικός σπάνιο για την κορυφή που την δέρνει η αγριάδα του Δία τις περισσότερες μέρες και ώρες του χρόνου. Τώρα όμως μας υποδέχτηκε με χαμόγελα με μια γλυκιά αύρα που την ρουφούσα αχόρταγα. Ευχαριστώ Ζευ!

Η επιστροφή ήταν εύκολη, ούτε γκρεμούς έβλεπα, έδωσα κουράγιο σε μερικούς που έρχονταν βοήθησα λίγο στο που να πατήσουν και γυρίσαμε στην κορυφή Σκάλα.

Μερικοί πήραν το δρόμο της επιστροφής η κορυφή Σκολιό όμως είναι ένα χιλιόμετρο μακριά και η πρόσβασή της μετά την ανάβαση του Μύτικα είναι σαν μια βόλτα στο πάρκο. Αποφασίσαμε να κάνουμε μια βόλτα κατά κει. Όπως είπα η διαδρομή είναι εύκολη και από αυτήν την οπτική γωνία ή θέα των κορυφών και των Καζανιών είναι καταπληκτική.
Υπογράψαμε στο βιβλίο και οι αχόρταγοι της παρέας πρότειναν να συνεχίσουμε για την κορυφή Άγιος Αντώνιος.
Ένα τεράστιο σύννεφο όμως είχε τυλίξει την κορυφή και το να βρούμε κανένα χαλάζι εκεί δεν με ενθουσίαζε, οπότε πήραμε κάποιοι τον δρόμο για το καταφύγιο. Άλλοι όμως συνέχισαν για τον Άγιο Αντώνιο.
Η διαδρομή της επιστροφής ήταν λίγο γλιστερή λόγω της σαθρότητας του εδάφους, κατηφορική και εύκολη.
Στο καταφύγιο είχαν επιστρέψει αρκετοί, κυρίως αυτοί που δεν ανέβηκαν στον Μύτικα και οι πολύ γρήγοροι.
Ήταν αργά το απόγευμα όταν πήγαμε για φαγητό και να πιούμε μια μπύρα. Οι άλλοι αναβάτες συνέχιζαν να φτάνουν ως αργά.
Το βράδυ πέρασε ήρεμα με κάτι φαγώσιμα και κρασάκι.

Το πρωί έγιναν δύο ομάδες. Η μια έφυγε νωρίτερα για να περπατήσει το φαράγγι του Ενιπέα που περνάει από τα Πριόνια και καταλήγει στο Λιτόχωρο.
Η άλλη με την αφεντιά μου μέσα θα κατέβαινε στα Πριόνια όπου βρισκόταν το πούλμαν και θα πήγαινε στην θάλασσα για μπάνιο.

Εγώ βρήκα μια μέση λύση. Επειδή έχω ξαναπάει στον Ενιπέα και δεν με ενθουσιάζει η ιδέα να τον περπατήσω ολόκληρο, κατεβήκαμε εγώ και ο Γιώργος Νταβάκος με την πρώτη ομάδα και μια και το πούλμαν θα αναχωρούσε στις 10.30 από τα Πριόνια είχαμε τον χρόνο να περπατήσουμε ένα μέρος του Ενιπέα και να φτάσουμε μέχρι τον καταράκτη να κάνουμε μια βουτια στο ποτάμι (με τόσο παγωμένο νερό μόνο βουτιά δεν ήταν) και να γυρίσουμε στο πούλμαν για να συνεχίσουμε στην θάλασσα.
Κάναμε το μπάνιο μας στο Αιγαίο, φάγαμε κάτι γαυροσάρδελα σε μια ταβέρνα ήπιαμε και κανα δυο μπυρες να στανιάρουμε και πήγαμε στο Λιτόχωρο να βρούμε τους άλλους που έφταναν μισοπεθαμένοι από την ζέστη και την πορεία μέσα στον Ενιπέα.
Το ταξίδι της επιστροφής δεν είχε τίποτα το συναρπαστικό μετά από ένα καταπληκτικό τριήμερο στην κατοικία των θεών.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Facebook like

CURRENT MOON